Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες - The moon is made of gold



  Το στόμα της Έμμας ήταν μέσα στο αίμα και αυτό το λογοπαίγνιο ήταν το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο μυαλό του. Τα δόντια, ίσα που ξεπρόβαλλαν από την κόκκινη λιμνούλα, το ρουφηχτήρι σάλιων μούγκριζε σαν λαβωμένος δράκος  και είχε αλλάξει το χρώμα του. Τα χέρια του έτρεμαν ψάχνοντας τα εργαλεία του. Το μπλοκαρισμένο μυαλό του, μια μπλε οθόνη χωρίς καμιά δυνατότητα για ctrl+alt+del. Τις σελίδες από όλα τα ιατρικά βιβλία που είχε διαβάσει σαν να τις φύσηξε ένας αδυσώπητος άνεμος και να τις σκόρπισε από το παράθυρο του μυαλού του. Του καημένου μυαλού του. Πού πήγε αυτή η μαρμάρινη σιγουριά για τον εαυτό του, που είχε με κούραση χτίσει τα τελευταία χρόνια; Οι λεπτές κινήσεις που έκανε μηχανκά, με την ίδια άνεση και σβελτάδα που ένας σουβλατζής τυλίγει τις πίτες;
    Ήταν λάθος του, γιατί έβλεπε όλα αυτά τα καμπανάκια που τόσον καιρό του χτύπαγε ο οργανισμός του ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν έκανε κάτι δραστικό. Πριν λίγες μέρες είχε για τέταρτη φορά αγοράσει καινούριο ζευγάρι φτηνά παππούτσια από το κινέζικο μαγαζί, δυο στενά κάτω από το ιατρείο, γιατί πάλι είχε φτάσει στη δουλειά φορώντας παντόφλες. Η πωλήτρια τον είχε πάρει στο ψιλό αυτή τη φορά. Γύρισε πίσω καταντροπιασμένος. Ενώ στην αρχή του φαίνονταν κωμικές οι καθημερινές αφημηρημάδες του, τώρα πλέον τον τρόμαζαν, του κατέβαζαν τα βρακιά από το φόβο, αλλά ακόμα  περισσότερο τον απωθούσε η ιδεά και μόνο να πάει σε κάποιο γιατρό γι αυτό. Και να κάνει τι; Να πάρει κάποιο από αυτά τα φάρμακα; Λες και δεν τα ήξερε αυτά τα φάρμακα.
      Η lounge μουσική και το ζεν περιβάλλον που είχε φτιάξει στο ιατρείο του έμοιαζαν κωμικά τώρα. Κάθε μέρα άκουγε αυτά τα πολύ χαλαρωτικά κομμάτια που όντως τον κάλμαραν και τα σιγορμουρμούριζε καθώς σφράγιζε κουφάλες. Οι γυναίκες ασθενείς συνήθως τα σχολίαζαν πολύ θετικά, όμως αυτή την τραγική στιγμή ακούγονταν πολύ διαφορετικά. Smooth Operator τραγουδούσε βελούδινα η Σαντέ, η αγαπημένη του. Τον ειρωνευόταν ακόμα κι αυτή. Τώρα θα ταίριαζε περισσότερο κάτι από Rage Against the Machine. Δυνατά μπάσα και κραυγές και ένας ρυθμός που θα ταίριαζε με τα βήματα της απόδρασής του. Ίσως αν η Σαντέ τραγουδούσε ένα κομμάτι τους σαν λυσασμένη γάτα: «They say jump you say how high» να ούρλιάζε αφηνιασμένη και σάλια να τρέχουν από το στόμα της με πάθος καθώς έσκιζε τα ρούχα της. Ναι αυτό θα ταίριαζε και θα είχε μεγάλο μουσικό ενδιαφέρον, όμως τώρα έπρεπε να κάνει κάτι άμεσα με το ανοιχτό στόμα-κόλαση.
     Η κοκκινομάλλα Έμμα ωστόσο δεν αντιδρούσε. Τα μεγάλα πράσινα μάτια της  ήταν ήρεμα και σταθερά παρκαρισμένα πάνω από τον προβολέα. Έμοιαζε με πορσελάνινη κούκλα. Δύο τα τεινά: ή  ήταν απλά πολύ ευγενική και ψύχραιμη ή την είχε πιάσει η ένεση και την είχε ακούσει για τα καλά. Η αλήθεια κάπου ανάμεσα. Η ώρα περνουσε και ευτυχώς ήταν η τελευταία ασθενής της ημέρας.
    Έξω, στο μεταξύ, η σκοτεινιά είχε απλώσει. Ήταν η φάση που αρχίζει και βραδιάζει από νωρίς και καταλαβαίνεις ότι το καλοκαίρι είναι πίσω σου και νιώθεις ότι δουλεύεις πιο πολύ αφου ξεκινάς με ήλιο και φεύγεις με φεγγάρι. Σίγουρα ήταν και αυτό το βλέμμα της που τον αποσυγκέντρωνε.
    Το μόνο πλέον δεκανίκι της μνήμης του ήταν η ατζέντα του. Δεν ήθελε ποτέ να ξαναγράψει σε αυτή την βρωμοατζέντα-θρίλερ, γεμάτη από τα βιαστικά μπλε γράμματα του, που αποφάσιζαν την μοίρα του μέχρι το μακρύ μέλλον, λεπτό προς λεπτό. Ήθελε να την κάψει και μετά να πατήσει πάνω στις βρωμερές στάχτες της κι ας ήταν το δεξί του χέρι. Να μπορούσε να έγραφε απλά γι αύριο αυτό:
10:00 να χαθω σ’ αυτό το βλέμμα  της Έμμας
10:30 να βουτήξω στη θάλασσα αυτών των θαυμάσιων ματιών που ήταν πραγματικά έργα τέχνης και να βγω σε κάποιο εξωτικό νησί,
10:50  να μείνω για πάντα εκεί, πίνοντας κοκτέηλ κάτω από το ηλιοβασίλεμα.
Γιατί να μην μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να βρεθούν οι δυο τους κάπου άλλου,σε ένα μπαρ και να τη φλέρταρε με τα αυτοσαρκαστικά αστειάκια του που πάντα έπιαναν; Του έπεφτε μικρή φυσικά αλλά έτσι για τη χαρά του φλερταρίσματος.
Γιατί εδώ έτσι; Γιατί στην κοπελίτσα; Πλέον δεν τολμούσε να την κοιτάξει κάτω από τη μύτη της. Σκέφτηκε για λίγο απλά να τα αφήσει όλα και να φύγει. Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων για τον οδοντίατρο που εγκατέλειψε την ασθενή του ήδη παρέλαυναν στο μυαλό του.  
«χλλμμμλκκχχχ» μουρμούρισε ξαφνικά η Έμμα
«Τι; Θέλεις να πεις κάτι καλή μου;» είπε ο γιατρός κοκκαλώνοντας ολόκληρος. Η μόνη κίνηση πάνω του ήταν μια σταγόνα ιδρώτα που κατρακύλησε από το μέτωπό του πάνω στο λουλουδιαστό μανίκι της. Η Έμμα έβγαλε το ρουφηχτήρι, μπούκωσε νερό και έφτυσε αρκετές φορές στο νιπτηράκι δημιουργώντας κόκκινες ψυχεδελικές δείνες. Ο γιατρός περίμενε σαν στρατιωτάκι αμίλητο, ακούνητο, αγέλαστο. Η Έμμα γύρισε και τον κοίταξε με ένα κοκκινιστό χαμόγελο.
«Έχει πανσέληνο σήμερα» του είπε. Ο γιατρός δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτή την πορφυρή ανακοίνωση και διατήρησε τη στάση ακινησίας.
      Η Έμμα σηκώθηκε με μια κίνηση και τον έπιασε από το χέρι σέρνωντάς τον έξω από το ιατρείο. Αυτός ακολούθησε σαν ανδρίκελο, περπατώντας σαν να είχε ξεχάσει ακόμα και τις βασικές αρχές του περπατήματος. Ανέβηκαν όπως - όπως τις σκάλες προς την ταράτσα της πολυκατοικίας. «Θα το κάνει να φανεί σαν αυτοκτονία» σκέφτηκε ο γιατρός και σαν πρόβατο που πάει στη σφαγή έφτασε μαζί της στην γωνία της ταράτσας, έτοιμος να δεχτεί τη μοίρα του. Η πόλη έμοιαζε κατσιασμένη και τσαλακωμένη από το καυσαέριο, σαν να ανάπνεε μετα βίας όπως ακριβώς και αυτός. Η Έμμα έπιασε απότομα το άκαμπτο γκρι κεφάλι του και με μεγάλη δυσκολία το έστρεψε πάνω από τη θάλασσα των κτιρίων. Το πρόσωπο του γιατρού φωτίστηκε. Ήταν εκεί μια πανσέληνος παχουλή και καλοθρεμμένη που έμοιασε να του χαμογελάει με κατανόηση, σαν παλιά καλή φίλη. Όπως η Έμμα. Ένιωσε ότι είχαν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που κοίταξε αυτό το παράξενο φωτεινό ον. Ή  ακόμα ο αυχένας του να κάνει αυτή την απλή κίνηση προς τα πάνω.
    «Μη φοβάσαι,  έχεις πιεστεί, δουλεύεις πολύ ε;» του είπε η Έμμα.
Ο γιατρός την κοίταξε ευθέως για πρώτη φορά σήμερα. «Δεν είμαι καλά Έμμα. Δεν είμαι καθόλου καλά» είπε έπειτα από μια αρκετά μακρά σιωπή. «Πίσω από αυτή τη μάσκα του γιατρού έχω κρυφτεί εδώ και καιρό τώρα. Που είναι ο εαυτός μου; Σε ποιανού ασθενή το στόμα τον έχω ξεχάσει; Η ζωή που ονειρευόμουν ήταν κοντά στη φύση, σε ένα χωριό. Ήθελα να γίνω μελισσοκόμος. Το περίμενες από μένα; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τυχαίο είναι το πώς έφτασα να γίνω οδοντίατρος.»
«Να σου πω κάτι; Μου έχεις σώσει πολλά δόντια. Άρα δεν είναι και τόσο τυχαίο. Απλά έχεις μάλλον καιρό να κάνεις ένα καλό διάλειμα ε;» του είπε.
«Έχω πάνω από τέσσερα χρόνια να πάω διακοπές έστω και για λίγο. Ξέρεις, νόμιζα ότι έχω τις ίδιες αντοχές που είχα παλιά αλλά προφανώς δεν είναι έτσι. Το βράδυ με απορροφάει η τηλεόραση και κοιμάμαι. Έχω γίνει ένα δουλευταράδικο ρομπότ, Έμμα. Μια προέκταση της οδοντιατρικής καρέκλας. Διεκπεραιώνω. Αλλά να, τώρα που έχουν αρχίσει και τρίζουν τα γρανάζια μου. Έχω χάσει το δρόμο μου Έμμα.»
   Ήθελε να της πει πολλά ακόμα. Να της ζητήσει ειλικρινά συγνώμη και να επανορθώσει για το δόντι της που το είχε αφήσει στη μέση σε μια άσχημη κατάσταση. Και αυτή ήθελε να του πει. Να του πει να μην ανησυχεί. Να πάρει μια άδεια από όλα. Να τον βοηθήσει κάπως. Εκείνη τη στιγμή όμως συνέβη κάτι που πολλοί θα αποκαλούσαν αλατοπίπερο της ζωής ή από μηχανής θεό ή θεία τύχη ή οιωνό ή ποιος ξέρει τί άλλο. Ένα ζζζζ έκανε αχρείαστες τις κουβέντες, τις εξηγήσεις και τις σκέψεις. Ένα παιχνιδιάρικο αποφασιστικό ζζζζζ. Ένα μοναχικό μελισσάκι έκανε τη βόλτα του μέσα στο βράδυ, εκεί ανάμεσά τους. Ποιος ξέρει τι δουλειά έιχε εκεί. Ίσως ήταν ένας κηφήνας που τον είχαν κλείσει έξω από το σπίτι οι σκληρές θηλυκές, όπως συνηθίζουν τέτοια εποχή είτε μια μπερδεμένη από τις ανώμαλες φθινοπωρινές ζέστες εργάτρια που έχασε το δρόμο της και βρέθηκε εκεί. Εκει, στην ταράτσα έμειναν να γελάνε δυο άνθρωποι και μια μέλισσα μπροστά στην πανσέληνο. Από εκείνη την πανσέληνο και έπειτα η Έμμα δεν ξέμεινε ποτέ από μέλι και ο γιατρός δεν έχασε ούτε μια πανσέληνο από όσες ακολούθησαν.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Ανακοίνωση

Στην πόλη και ο αργός και ο γρήγορος στα ίδια φανάρια συναντιούνται.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Ωδή στο ρόδι

  Ρόδι...
 Το διαμαντόκουτο του Φθινοπώρου. Σε κάθε πορφυρό διαμαντάκι οι θεοί των εποχών αποθηκεύουν το πολύτιμο νέκταρ που μάζευαν όλο το καλοκαίρι από τη χαρά που προκαλεί ο ήλιος στα μυρμηγκάκια και τα σκουλικάκια της γης.
 Ρόδι, η βασίλισσα των φρούτων με το πανέμορφο στέμμα της, ροδαλή και ξαναμμένη.
 Τα άνθη του ροδιού, τα έντονα πορτοκαλί μικροσκοπικά μπουμπούκια με κεφάλι ένα αστέρι, καθένα τους ένας ήρωας παιδικού παραμυθιού.
   Ρόδι, η καρδιά ενός υπέροχου ανθρώπου.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Daydreams

  Όνειρα είναι αυτό το είδος επιθυμίας που όσο το πλησιάζεις για να το πραγματοποιήσεις μπορεί να μεταμορφώσει την καθημερινότητά σου σε μια πτήση στα σύννεφα ενώ όσο το αποφεύγεις και το αγνοείς τότε θα το σέρνεις πάντα πίσω σου σαν κωλόχαρτο που κόλλησε στο παππούτσι σου και σε κάνει να βρωμάς σκατά. 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Περιμένωντάς την


      Ο άντρας ακούμπησε τη ζακέτα του στο κάθισμα και έβγαλε έναν μακρόσυρτο ήχο που πρέπει να ήταν ανακούφιση. Δεν άνοιξε το μεγάλο φως του σαλονιού, μόνο το πορτατίφ, που δίνει στο σπίτι μια κομψή και ζεστή ατμόσφαιρα. Παραμέρισε τις χοντρές λινές κουρτίνες και βγήκε στο μπαλκόνι. Το φθινόπωρο είχε αρχίσει να γίνεται η αγαπημένη του εποχή τα τελευταία χρόνια, κυρίως γιατί είναι σαν καλοκαίρι με φυσικό air-condition (ατάκα που κάθε χρόνο τέτοιο καιρό έλεγε στις κουβέντες με φίλους, όπως και την άλλη: "Ο Σεπτέμβρης είναι ο νέος Αύγουστος"). Το φως της πανσελήνου ήταν τόσο δυνατό που του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει ότι δεν ερχόταν από κάποιο προβολέα. Ο ίδιος, στο φώς της έμοιαζε χλωμός και μυστηριώδης, ενώ δεν ήταν. Το ίδιο και η πόλη που ήταν ασυνήθιστα ήσυχη. Λες και κάποιος είχε χαμηλώσει το volume. Αγαπούσε την ησυχία και σκέφτηκε να την απολάυσει όσο είναι καιρός. Γιατί σε λίγο θα ερχόταν εκείνη.
    «Θα άρχισει πάλι την εξονυχιστική έρευνα σχετικά με το τι έκανα σήμερα» σχεδόν ψέλλισε στον εαυτό του. Και αυτή η έρευνα δεν θα τον πείραζε αν δεν ήταν τόσο ανάγλυφη αυτή η εμμονή της να περνάνε όλα από τον έλεγχό της, σαν σκάνερ.
    «Τhis woman drives me crazy» είπε, αυτή φορά μεγαλόφωνα. Πόσο του άρεσε να μιλάει στον εαυτό του στα αγγλικά, σαν μπάτλερ, και πόσο του είχε λείψει. Όταν ήταν εργένης, μίλαγε στον εαυτό του με τις ώρες. Ασυναρτησίες. Στα αγγλικά συνήθως αλλά και στα ελληνικά. Έπλεκε ολόκληρους διαλόγους με αρκετές δόσεις χιούμορ, αυτό το αγαπημένο του χιούμορ που το εκτιμούσε περισσότερο από τον καθένα και συχνά ξέσπαγε σε πνιχτά συνομωτικά γέλια σαν άτακτος μαθητής (για να μην ακούγεται από τους λεπτούς τοίχους του διαμερίσματος).
    Και όλα αυτά συνήθως ενώ καθάριζε κρεμμύδια για να φτιάξει την αγαπημένη του κρεμμυδόσουπα. Που μόνο σ’ αυτόν άρεσε όπως την έφτιαχνε. Ήταν απόλαυση ακόμα και τα κρεμμυδοδάκρυα, δεν τ' άφηνε χαμένα. Σκάρωνε μικρά αυτοσχεδιαστικά μονόπρακτα, με δραματικά φινάλε “after all these years, is that how you say 'thank you'? After all I've done for you?” και μετά το καθάρισμα υποκλινόταν στο φανταστικό κοινό του.
     Ήταν πραγματικά χαλαρωτική όλη αυτή η διαδικασία, ειδικά μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Και όταν έκλεινε τα ματια της κουζίνας, τραγουδούσε ρολινκ στόουνς με λάθος στίχους. Μετά, με σβέλτες και προγραμματισμένες κινήσεις, θα έβαζε να δει στην τηλεόραση την αγαπημένη του σειρά  που φρόντιζε να την προλαβαίνει πάση θυσία στην αρχή και δεν σήκωνε ούτε τηλέφωνα. Προτιμούσε επίσης να τρώει κατευθείαν από την κατσαρόλα, για να μην πλένει πιάτα και γιατί έφτιαχνε λίγη, μόνο γι αυτόν και γιατί το φαί έτσι έμενε ζεστό. Και γιατί ένιωθε σαν άγριο ζώο και αυτό το γούσταρε. 
    Τις Δευτέρες το βράδυ θα έτρωγε φρούτα ή κάστανα με κλειστά τα φώτα για να ακούει ραδιοφωνικό θέατρο. Θα ένιωθε τις τρίχες των χεριών του να σηκώνονται πλάθοντας τόσο πετυχημένα τις εικόνες που άκουγε. Τόσο καλοσκηνοθετημένα και με ζωντανά χρώματα και υπερταλαντούχους ηθοποιούς. Και όλα αυτά γυμνός. Απόλυτα γυμνός, σαν γάτος.
    Πόσες συνήθειες του, άφησε στην άκρη, μικρές χαζές αλλά αγαπημένες συνήθειες. Όχι ότι τώρα δεν μπορούσε να τις πραγματοποίησει αν ήθελε, απλά δεν θα ήταν το ίδιο. Τώρα σπάνια περνούσε τέτοιες στιγμές - αν ήταν τυυχερός 1 φορά το μήνα - και αυτές κρατούσαν λίγο και δεν τις απολάμβανε τόσο γιατί πάντα είχε το νου του στην πόρτα, που θα μπορούσε να ανοίξει οποιαδήποτε στιγμή. Τις υπολόγιζε αυτές τις στιγμές, τις σύντομες στιγμές μοναξιάς και ησυχίας, τις προετοίμαζε, τις προκαλούσε όσο ήταν δυνατό και όταν έρχονταν τις ρουφούσε σαν παράνομο τσιγάρο.
     Και τώρα ήταν μια από αυτές τις στιγμές, μα θα κρατούσε λίγο. Από λεπτό σε λεπτό οι τοίχοι θα αντανακλούσαν και πάλι την αυταρχικη φωνή της, λες και έψαχναν να τη φορτώσουν ο ένας στον άλλο. Ο χώρος θα γέμιζε πάλι από το ερωτηματικό βλέμμα της, το παραπονιάρικο, το νευριασμένο, το ξενερωμένο, το κουρασμένο, το νυσταγμένο, το αγαπησιάρικο, το γελαστό ή το βεβιασμένα χαρούμενο βλέμμα της (όταν τα μήλα πίεζαν με κόπο τα μάτια για να μοιάσουν χαμογελαστά μα εκείνα φαίνονταν σαν φυλακισμένα ψάρια). Συνήθως το ερωτηματικό βλέμμα της.
    Είναι όμως και τόσο καλόκαρδη και ξεχωριστή. Χάρουμενος και αγαπησιάρης άνθρωπος. Δοτικός άνθρωπος. «Πολύ πιο δοτικός από μένα» πάλι μεγαλόφωνα. Η αλήθεια είναι ότι του έλειπε όταν ήταν στη δουλειά, ακόμα και τώρα, αυτές τις όμορφες στιγμές μοναξιάς. Του έλειπε η συντροφιά της, η ζεστή, τρυφερή και ναζιάρα, η μυρίζουσα πεπόνι ύπαρξη. Και, ας είμαστε ρεαλιστές, πριν την γνωρίσει, η μοναξιά μπορεί να είχε το σιρόπι της ελευθερίας αλλά εκείνες τις ανυπόφορες στιγμές που - η ίδια αυτή η μοναξιά - του τρύπαγε το μεδούλι σαν το χειμωνιάτικο κρύο και τα βήματά του στις βραδυνές βόλτες αντηχούσαν εκκωφαντικά μόνα στην σιωπή της πόλης; όχι αυτές τις στιγμές δεν τις πεθύμησε καθόλου.
     Απλά ώρες ώρες αυτή η γυναίκα δε έμοιαζε καθόλου με τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί. Εκείνη την παθιάρα, δυναμική σαν αγριόγατα γυναίκα. Που ποτέ δεν ήξερες αν θα σου κάνει τη χάρη να σε δει, αν θα χωρούσες λίγο στο πρόγραμμά της. Που ένιωθες πάντα ότι βρισκόταν σε ένα ψηλό πάλκο και εσύ από κάτω να την κοιτάς σαν χαμένος, «ακόμα και όταν βγαίναμε για ένα ποτό» μονολόγησε. Αυτό το δέος που του προκαλούσε, αυτό ερωτεύτηκε. Τώρα το πάλκο φαγώθηκε από την καθημερινότητα, τη σιγουρια, τη βεβαιότητα ότι θα είναι εκεί, σπίτι. 
     Τις ανασφάλειες, όλες τις ανασφάλειες που μπήκαν σαν κατσαρίδες στο σπίτι μαζί με τις βαλίτσες της. Που πήγε αυτή η δυνατή, η όλο μυστήριο γυναίκα; Και γιατί στη θέση της μπήκε μια γυναίκα επικριτική; Που τίποτα δεν την ευχαριστεί και τον μαλώνει και αυτός νιώθει ξανά και ξανά σαν σκύλος που κατούρησε στο χαλί του σαλονιού. Στην αρχή εκείνος απολάμβανε λίγο το μάλωμα. Δεν ήξερε γιατί, απλα το απολάμβανε, τον ιντρίγκαρε και το προκαλούσε καμιά φορά. Όμως τελευταία είχε παρατηρήσει ότι η φωνή της σε σε δυνατές εντάσεις ήταν στριγκή και σχεδόν κωμική σαν του πεινασμένου γλάρου. Πολύ δύσκολο να τη συνηθήσει κανείς.
«Κι ας με λέει μωρό της»
Αυτό τουλάχιστο του άρεσε. Όχι όμως το «ρε αγάπη».. το ρε με το αγάπη του φαινόταν οξύμωρο να είναι στην ίδια πρόταση.
Ξεκλείδωμα και άνοιγμα πόρτας έσπασε τις σκέψεις και αυτές σκόρπισαν στο πάτωμα και σαν μπίλιες κρύφτηκαν κάτω από τα στοργικά έπιπλα.
«Μωρό μου. Άργησα ε; Πεινάω  πολύ. Έφαγες; Πες μου ότι δεν έφαγες, να φάμε μαζί.»
«Δεν έφαγα, τσίμπησα έξω πιο πριν όμως. Δεν πεινάω τώρα»
«Αχ γιατι ρε αγάπη; Έλα φάε λίγο να μου κάνεις παρέα».
«Το βλέμμα το παραπονιάρικο» σκέφτηκε αυτός. Της χαμογέλασε. Την αγκάλιασε και της ψιθυρισε.
«Κάθησε εσύ, μωρό μου. Θα βάλω εγώ φαγητό.»

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ημιθέλοντας

  
  Η ημιθέληση είναι η χαρά του ανασφαλή. Η ψευτοάνετη μάσκα του, η ψευδής ηρεμία του, ο ψευτοβουδισμός του με τις μαδημένες επιθυμίες που είναι ακόμα εκεί σε μια ελώδη γωνιά, ζέχνουν μουχλίλα. Ο μυς της θέλησης κρέμεται ατροφικός και γλιτσερός μέσα στην κοιλιά του, σαν πολυκαιρισμένο ζαμπόν.
   Το δεν έχω πρόβλημα μπορώ έτσι, μπορώ και αλλιώς, αλλά δεν μου κάνει τόσο το ένα ούτε τόσο το άλλο, αλλά και όλα. Ενθουσιάζεται εύκολα αλλά του φεύγει γρήγορα. Και δεν ξέρει. Ίσως μπορεί και θα δούμε. Γιατί όχι; Πάμε και βλέπουμε. Να κάνουμε και τα δύο γιατί θέλουμε και τα δύο. Ή και τα τρία. Από λίγο. Και ας χάσουμε σε βάθος. Μετά πάλι θα το μετανιώσουμε με αυτή την αβέβαιη την καημένη φωνή. Την τόσο συμπαθητική και σιχαμένη. Δύο δειλά βήματα μπρος, τρία πίσω. Τρία χεσμένα μπρος, πέντε βιαστικά πίσω και πάλι πλάγια, εκεί είναι σίγουρα. Αργά και βασανιστικά. Αιώνια σχεδόν.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Η κατάλληλη στιγμή


    Κάπου εκεί, κάτω από την κατσαρόλα της Μεγάλης Άρκτου να χύνει το υγρό σκοτάδι της στη θάλασσα, κάπου εκεί ανάμεσα στους εκστασιασμένους, ξυπόλητα χορεύοντες, πιασμένους χέρι-χέρι ιδρωμένους, να λάμπουν κάτω από τα απαλά φωτισμένα πλατάνια, στα χώματα, στον παλμό των κρουστών και στο τραγούδι της λύρας, τότε μόνο κατάλαβα πως η καλύτερη στιγμή να εύχεσαι για τα όνειρά σου να αληθέψουν, είναι μια τέτοια στιγμή. Στιγμή ευτυχίας μεταξύ ευτυχισμένων και όχι αδυναμίας. Δεν χρειάζεται να περιμένεις να πέσουν αστέρια για να ζητήσεις αυτό που λαχταράς, απλά να σηκωθείς και να χορέψεις σαν ελεύθερος άνθρωπος και σαν μέρος της χορευτικής μάζας. Και εκείνη την καλή στιγμή που θα ξεχάσεις τον εαυτό σου, τότε απλά σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό και χαμογελάς. 

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Χαχανιτά

Τα παιδιά κάνουν χαχανιτά! Χαχανίζουν και αφήνουν όλα τα κάτασπρα δοντάκια τους να φανούν, είναι μεγάλοι εγωϊστές συνήθως, αλλά όταν γελάνε γελάει η ψυχή σου.Ένα παιδάκι έκλασε κι είναι υπέροχο. Ένα παιδάκι είπε "γεια κυρία" χωρίς "σας"!

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Μετα-εξελικτική θεωρία

Οι έρευνες του τμήματος Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Γουιμπάμπουε συγκλίνουν στην πιο πρόσφατη θεωρία ότι τελικά ο πίθηκος είναι η εξέλιξη του ανθρώπου και όχι το αντίθετο. Πιο συγκεκριμένα, ο δόκτωρ Γουϊμπάμπα, βασιζόμενος στη σύγχρονη μετα-εξελικτική θεωρία*,  επεσήμανε ότι ο πίθηκος ήταν ένα είδος ανθρώπου που ευδοκίμησε σε κάποιες συγκεκριμένες περιοχές με κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες, ώστε να αναπτύξει περισσότερο από ότι οι άλλοι άνθρωποι την συναισθηματική του ευφυία και το σεβασμό απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν έκαναν, και παρέμειναν άνθρωποι.
________________________________________________________________
*Σύμφωνα με την Μετα-εξελικτική θεωρία που πρώτος διατύπωσε ο δρ Γουί Γουιμπάμπα,το ύστατο κριτήριο εξέλιξης που μπορεί να τεθεί σε ένα είδος είναι η ικανότητα του να αφήνει το  περιβάλλον όπως το βρήκε μετά το πέρασμά του, χωρίς δηλαδή να αφήνει σημάδια ότι έζησε κάποιτε εκεί, παρά μόνο τον σκελετό του.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Ομίχλη



Και θα κυλίσω πάλι κάτω από τα 1000 στρώματα ομίχλης.
Και τίποτα δεν θα φτάνει στις αισθήσεις μου.
Ούτε θα νιώθω ούτε θα ακούω ούτε θα βλέπω τίποτα στον ορίζοντα.
Οι αντένες μου κλειστές.
Μικρό φθινώπορο μέσα στον Ιούνη.
Μόνη μέσα στην παχουλή ομίχλη, περιμένοντας.
Περιμένοντας ένα ίσως.
Φανταζόμενη τον άερα να καθαρίζει τα σύννεφα.
Ονειρευόμενη το τρανταχτό γέλιο.
Αρκούμενη μόνο στις αναμνήσεις που τις έχω όλες κεντήσει στα αετώματα της καρδιάς μου.
Όλα φαίνονται ίδια όταν περιμένεις.
Όταν περιμένεις ο χρόνος περνάει αργά και πάει αντίστροφα.
Έχω περιμένει ξανά και ξανά και ακόμα δεν έμαθα πώς να περιμένω.
Να ξερα τουλάχιστο τι περιμένω…

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Agapology II



Να κάτι οικουμενικό. 
Όλοι στον κόσμο, άνθρωποι, γατιά σκυλιά σαλιγκάρια χρειάζονται χάδια… 
και αγαπούν την αγάπη τόσο πολύ… 
όλοι αγαπούν την αγάπη. 
Ακόμα και το θαλάσσιο χελωνάκι που δε γνωρίζει ποτέ μητέρα. 
Το κυοφορεί στην κοιλιά της η άμμος και η πρώτη αγκαλιά είναι της μαμάς θάλασσας. 
Είναι μικρό το χελωνάκι σαν ψεύτικο παιχνιδάκι, 
παραπατάει, 
πάει τυφλά, μόνο με το ένστικτό του προς τα εκεί που μυρίζει σαν μάνα. 
Ναι προς την αλμύρα. 
Κάποια στιγμή αν είναι τυχερό και πάει ευθεία, πλησιάζει τα ακροκύματα. 
Τότε, με στοργή η θάλασσα του απλώνει το πρώτο της κύμα, σαν χάδι. 
Αυτό πάει να πιαστεί μα κουτρουβαλίζεται. 
Και εκείνη τραβάει το κύμα της πίσω και απλώνει νέο, πιο αποφασιστικό. 
Και τρέχει το μικρό, μα πάλι κάνει πέντε κωλοτούμπες και βγαίνει πιο πλάγια στη στεριά.
Απελπισμένο, πασαλειμένο με άμμο, ζαλισμένο
Τότε εκείνη βάζει τα δύνατά της και φέρνει ένα μεγάλο κύμα! 
Και το χελώνι τότε προλαβαίνει και γραπώνεται στο άφρισμα. 
Και αυτή το ρουφάει στον τεράστιο κόσμο της, τον γεμάτο αγάπη και κίνδυνο. 
Και έτσι αρχίζει τη ζωή του. Τη μεγάλη ζωή του.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Πάρτυ

  Γλεντάω σήμερα. O drummer της καρδιάς μου παίζει βρώμικο φανκ και γουστάρω. Πίνω χυμό πορτοκάλι και παραπατώ. Χορεύω στην υγειά μου, λυγίζω τα γόνατα, γιορτάζω το σώμα μου. Γλεντάω την ελαφρότητα και την απλότητα. Τη σιωπή γιορτάζω και τα φρούτα που κερνάνε απλόχερα τα δέντρα.
     Όλες οι αράχνες και οι κουραστικές σκέψεις  ξεπλύθηκαν στη θάλασσα, πατήθηκαν στις θαλασσόπετρες και τσακίστηκαν. Ό,τι περιττό το φύσηξε ο δυνατός αέρας της θάλασσας...μείνανε αστραφτερές, καλογυαλισμένες οι χορδές μου, μοιάζει με σαξόφωνο η ψυχή μου.
  Είμαι μέσα σε αυτό αυτό το πανέμορφο απλό σπίτι με θέα στη θάλασσα ή αυτό το σπίτι είναι το ίδιο το μυαλό μου; καθαρότητα. Κάποτε νόμιζα ότι λίγες διακοπές είναι απαραίτητες για την επιτυχία, τώρα νομίζω επιτυχία είναι οι ίδιες οι διακοπές!

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Agapology



    Είτε συγκεντρώσεις όλη την προσοχή σου σε ένα στρουμπουλό τριαντάφυλλο, είτε στα μάτια ενός σκύλου, είτε στον τρόπο που κινούνται τα αστέρια ή τα σύννεφα, είτε στη μαγική δαντελένια φιγούρα των δέντρων που διαγράφεται στο νυχτερινό ουρανό όταν τα κοιτάς ξαπλωμένος, είτε ταξιδέψεις πολύ και πετάξεις πάνω από τη γη νιώθοντας για λίγο εξωγήινος θα καταλήξεις στο ίδιο συμπέρασμα: Ότι οι φόβοι και το χάος είναι μια ψευδαίσθηση και πίσω από όλα βρίσκεται μια απέραντη θάλασσα αγάπης σαν μήτρα που μας περιέχει όλους και όλα.
    Αυτό το αιώνιο μαύρο, το γεμάτο πλανήτες, γαλαξίες,  ήλιους, σκέψεις, εμάς και τα ποδήλατά μας, τα όνειρά μας, τα μυρμηγκάκια, τα χαμένα στυλό και τις κούκλες και τα μύρια όσα, δεν είναι παρά αυτή. Η ίδια η αγάπη και ό,τι καταλαβαίνει ο καθένας σαν θεό. Αν έστω και μια στιγμή κάνεις λίγο πραγματικά ησυχία ίσως σε διαπεράσει και σένα η μουσική της και ανοίξει επιτέλους η καρδιά σου  σαν παχουλό τριαντάφυλλο.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Mindblow

    Υπάρχουν κάποια μικρά σημεία στην καθημερινότητά μας που είναι πύλες για επικοινωνία με τον μελλοντικό μας εαυτό. Είναι κάποιες πολύ μικρές στιγμούλες που έχεις χρόνο να ανοίξεις το μυαλό σου και να συγκεντρωθείς σε μια μικρή εικόνα κλειδί. Δεν έχει σημασία τι θα κοιτάζεις, απλά θα το νιώσεις ότι αυτό είναι. Καλώς η κακώς δεν επιλέγεις εσύ πότε θα έρθουν αυτές οι στιγμές ή δεν έχω βρει πώς τις επιλέγεις. Αυτές τις στιγμές κλειδιά είναι ευκαιρία να συνεδριάσεις με εαυτούς σου από το παρελθόν και το μέλλον, την ολότητά σου και να συνθέσεις το προσωπικό σου σύνταγμα.
    Ορίστε κάποιες από τις αποφάσεις του τελευταίου προσωπικού συνεδρίου που μόλις έγινε στο παρελθόν*, πιθανότατα πέρσι, όταν είχα συγκεντρώσει για κάποια λεπτά το βλέμμα μου σε ένα παράξενο έντομο που προσποιόταν ότι είναι ένα πεταμένο κομματάκι ξύλου.
   ΑΡΘΡΟ 1.Αν χρειάζομαι συστολή θα συσταλώ και αν χρειάζομαι διαστολή θα διασταλώ. Και αν κάπου πρέπει η μελωδία μου να αλλάξει ρυθμό, θα αλλάξει και δεν θα ακούσει κανένα κανόνα.
  ΑΡΘΡΟ 2.Θα μου γράφω. Χωρίς φόβο χωρίς πάθος, με αγάπη στα λουλούδια, με ανοιχτή καρδιά..με χαλαρότητα, με ίσες μεγάλες εισπνοές και εκπνοές, με περιστασιακά ρεψίματα, θα απαντηθούν τα "δεν ξέρω" ή θα γίνουν αποδεκτά. Με εμπιστεύομαι και ας κάνω λάθη, θα κάνω πολλά ακόμα, ουυυ. Δεν πειράζει που πολλές φορές έχασα το κέντρο μου, ξαναβρίσκεται με υπομονή, αργά και με συνείδηση. Και μετά ξαναχάνεται. Για να ξαναβρεθεί Οι δυσκολίες πάνε και έρχονται όπως οι καταιγίδες.
   ΑΡΘΡΟ 3. Εμπιστεύομαι και το χρόνο και δεν το βλέπω σαν εχθρό αλλά σαν φίλο με τον οποίο κολυμπάω και πετάω μαζί, χορεύω και φτιάχνουμε όμορφα σχήματα και γραφικές παραστάσεις τρισδιάστατες που κάθε φυσικός θα ζήλευε.
  ΑΡΘΡΟ 4. Δε θέλω την αγάπη μόνο και μόνο επειδή κυκλοφορεί η φήμη ότι κωλομετράει, θέλω να παω σ' αυτήν όταν με προσκαλέσει η ίδια στο πάρτυ της. Τότε θα μείνω και μετά το πάρτυ να πλύνω τα πιάτα γιατί πάει πακέτο με τις δυσκολίες της. Ο Γκιμπράν το λέει υπέροχα στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο..αν θες την αγάπη μόνο με τα καλά της πάρε ένα μπούλο..βέβαια το λέει πολύ πιο όμορφα, δε θυμάμαι ακριβώς τα λόγια.
    ΑΡΘΡΟ 5. Όσο κι αν έχουν αλλάξει τα πράγματα μέσα στους αιώνες, όσες μόδες  και αν πέρασαν και άλλαξε η αισθητική της ανθρωπότητας, τίποτε δεν θα είναι πιο μαγικά όμορφο από την εικόνα της πανσελήνου που αποδομείται μέσα σε μαύρη θάλασσα. Όταν φυσάει άλλο αέρα στους δρόμους και στα δέντρα που φαίνεται να την κοιτάνε όλα εκστασιασμένα και βαμμένα με το ίδιο το ασήμι της. Έτσι και μένα η φαντασία μου θα σαλπάρει στον απέραντο ωκεανό με θράσος πειρατικού πλοίου.

----------------------------------------------------------------------------------------
*Τα ρήματα των άρθρων είναι γραμμένα σε ενεστώτα η σε μέλλοντα γιατί δυστυχώς δεν υπάρχει στη γλώσσα μας ένας διαχρονικός χρόνος ρήματος που να περιέχει όλους τους χρόνους μαζί, ενεστώτα, υπερσυντέλικο, εξακολουθητικό μέλλοντα κτλ.απαραίτητο για τέτοιες περιστάσεις.
   Τώρα που το σκέφτομαι όμως, αυτό δεν θα έπρεπε να μας εμποδίσει να δημιουργήσουμε τώρα ένα χρόνο ρήματος με τον ίδιο τρόπο που τίποτα δεν εμπόδισε  και παλιότερα  κάποιους ανθρώπους να αποφασίσουν να λέγεται το μήλο "μήλο". Πώς αλλιώς θα τηρηθούν εξάλλου τα άρθρα 3 και 5;
   Ο χρόνος αυτός μπορεί να λέγεται "Ολικός" και να  έχει την κατάληξη "ίου" σε 1ο πρόσωπο. Πχ. στο ΑΡΘΡΟ 1, το "Αν χρειάζομαι συστολή θα συσταλώ και αν χρειάζομαι διαστολή θα διασταλώ" θα μπορούσε να γίνει "Αν χρειαζίου συστολή, συστολίου και αν χρειαζίου διαστολή, διασταλίου"

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Εθνικισμός και σύνολα ΙΙ



Οι εθνικιστές όλου του κόσμου εξ'ορισμού δεν μπορούν να ενωθούν.
Οι μη εθνικιστές όλου του κόσμου μπορούν να ενωθούν.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Έρευνα περί ορίων

Γραφική παράσταση των διαθεσιακών ορίων από το Πανεπιστήμιο της Γουιμπάμπουε
    Το πανεπιστήμιο της Γουιμπάμπουε συμφωνα με τις έρευνες  και τις παρατηρήσεις των διακεκριμένων επιστημόνων θέτει το εξής ερώτημα: Μήπως πρέπει να πραδεχτούμε σαν παγκόσμια αλήθεια και να εκμεταλλευτούμε το ότι τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο έχουν όριο προς τα κάτω αλλά προς τα πάνω τείνουν στο άπειρο. Αυτή η αρχή έχει τόσες μα τόσες εφαρμογές. πχ το βλέμμα μας προς τα κάτω βρίσκει έδαφος ενώ προς τα πάνω έχει ουρανό χωρίς όριο. Επίσης μπορείς να αρρωστήσεις ή να πέσεις ψυχολογικά ή ή ή... με όριο το θάνατο, προς την άλλη κατεύθυνση όμως, το πόσο ζωντανός και υγιής και ήρεμος, και πόσο καλά και και και... μπορεί να νιώσεις, δεν υπάρχει όριο..κάνω λάθος; (αναρρωτιέται το πανεπιστήμιο της Γουιμπάμπουε..)

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Ανασαίνοντας

    Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν ρυθμικά από τον αέρα που θα πει πως το σπίτι αναπνέει και αν θυμάμαι καλά όταν κάτι αναπνέει είναι ζωντανό. Και εγώ σήμερα είμαι αρκετά ζωντανή, αναπνέοντας μακρόσυρτες ανάσες που θυμίζουν θρόισμα δέντρων από θαλασσινή αύρα. Ελαφρύς χορός άμμου. Καμιά φορά αρκεί αυτό, απλά να εισπνέεις και να εκπνέεις τον κόσμο που σε περιβάλλει, να μαζεύεις όλη αυτή τη ζωγραφιά στα πνευμόνια σου, αφήνοντας το περιβάλλον έναν κενό άσπρο καμβά και ύστερα να την σκορπάς πάλι πίσω γεμάτη τώρα από τα δικά σου χρώματα και σχήματα. Και έτσι μπορείς να αλλάξεις λίγο τον κόσμο.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ανακοίνωση

Υπάρχουν πολλών ειδών δημιουργοί, όμως μόνο αυτοί που έχουν γυμνάσει τη σκέψη τους να πετάει σαν πετροχελίδονο, ελεύθερη πάνω από νόρμες και συνήθειες, πάνω από οποιοδήποτε νόμο, ακόμα και από το νόμο της βαρύτητας, μπορούν να πάνε την ιστορία ένα βήμα μπροστά.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Ανακοίνωση

Ευλογημένοι οι μουσικοί εκείνοι που μπροστά στη μουσική τους γίνεσαι μικρό παιδί, σε παίρνουν από το χέρι και σου
μαθαίνουν τον κόσμο από την αρχή.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Βρέθηκαν οι υπεύθυνοι

    Υπάρχει ένας θάμνος με ελαφρώς γυαλιστερό φύλλο και άσπρο μικρό λουλουδάκι ο οποίος ανακάλυψα ότι ευθύνεται για ένα μεγάλο μέρος αυτής της γλυκιάς μεθυστικής μυρωδιάς των τελευταίων ημερών, της τόσο δυνατής που σε κάνει να ελπίζεις σε καλύτερες μέρες. Και έπειτα βέβαια, ο κύριος υπεύθυνος είναι αυτό το λευκό βελούδινο άνθος της νεραντζιάς, αυτό ναι αυτό, που οι πιο υποψιασμένοι το συλλέγουν κάθε χρόνο με προσοχή, για να κρατήσουν λίγη άνοιξη στο σεντούκι τους, ενώ εκείνοι που δεν δίνουν σημασία στη μύτη τους, απλά αναρωτιούνται γιατί ξαφνικά νιώθουν ανάλαφροι και κάπως ερωτευμένοι. Μπόρεσα και άκουσα αυτό το άρωμα: είναι αιθέριες φωνές νηρηίδων που τραγουδάνε μια ματζόρε συγχορδία μεγάλης εβδόμης και αμέσως την ξεκουρδίζουν ένα ημιτόνιο κάνοντας την να ακούγεται σαν "ααχ" ανακούφισης και απόλαυσης. Οι φωνές συνοδεύονται από μικροσκοπικές άρπες και και μεταλλοφωνίνια.
    Αυτή η άνοιξη μοιάζει να ήρθε πιο αποφασισμένη από ποτέ, λες και είχα χιλιάδες χρόνια να μυρίσω. Και επειδή η όσφρηση είναι η πιο προηγμένη χρονομηχανή που μου βρίσκεται, αυτή τη φορά η μυρωδιά της νέας νεραντζιάς δεν με πήγε απλά πίσω στην περσινή ή την προπέρσινη άνοιξη, αλλά πολλές άνοιξες πίσω, όταν έκανα κοπάνες από το  σχολείο και τα αρώματα των δέντρων μπλέκονταν με την υγρασία των Εξαρχειώτικων  στενών φτιάχνοντας τις πιο ανορθόδοξες αρωματικές αρμονίες. (γράφω με το στυλό που με λογοκρίνει: κάνει τάχα ότι τελείωσε το μελάνι σε σημεία που όλως τυχαίως θεωρεί ανόητα. Το αλλάζω με μολύβι).    
   Πέρασα αυτές τις μέρες κυρίως μυρίζοντας λουλούδια. Είμαι τώρα ένα επίπεδο πιο βαθιά στην αγαλλίαση και από εδώ που βρίσκομαι μπορώ να δω και να διαβεβαιώσω: είναι απέραντη η θέα που έχει ο δρόμος της. Η γαλήνη, η ηρεμία και η αγαλλίαση είναι απύθμενες πηγές, δεν υπάρχουν όρια στο πόσο μπορείς να εμβαθύνεις σ' αυτές, να τις γυμνάσεις. Όπως και η αντίληψη είναι ένας μυς που μπορεί να γυμνάσει κανείς. Η όραση γυμνάζεται, εμπλουτίζεται. Τα μάτια μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλλιώς και να δουν αυτά που τόσον καιρό περνούσαν απαρατήρητα, όπως ένας ακροβάτης μαθαίνει να παίζει με το νόμο της βαρύτητας. Το ίδιο και η όσφρηση, μπορεί να εξασκηθεί και να βιωθούν τα πιο λεπτοφυή αρώματα. Απλά δεν υπάρχουν ακόμα γυμναστήρια γι αυτά τα πράγματα. 
    Τα κύτταρά μου χορεύουν και έτσι χαμογελάω αδικαιολόγητα. Ένα τεράστιο ευχαριστώ υψώνεται από όλο το σώμα μου και πετάει σαν μπουρμπουλήθρα στη γλυκιά νύχτα. Ο γκιόνης λέει παρακαλώ και μαζί παρατηρούμε πως οι χτύποι της καρδιάς μας είναι στο ίδιο τέμπο με την ανάσα της θάλασσας, τόσο ήσυχοι και ατάραχοι που οι αντανακλάσεις από τα φωτάκια στο γυαλιστερό φουστάνι της λιώνουν σαν καραμέλα στη σοκολάτα. 
    Εδώ ανθίζω. Εδώ, δίπλα στη θάλασσα, μπορεί να αναπτυχθεί το είδος ανθρώπου στο οποίο ανήκω. Εδώ ανθίζω κάθε τέτοια εποχή. Γιορτάζω το πρώτο κουνούπι και τη μέλισσα, την πρώτη μαργαρίτα, την πρώτη παπαρούνα, την πρώτη τσουκνίδα και τη μολόχα, την αλλαγή της ώρας, τα γιγάντια ηλιοβασιλέματα. Μοιάζουν όλα με μαντάτα έρωτα. Η θύμηση της αγάπης με κρατάει ζωντανή, η υποψία και μόνο της ύπαρξής της είναι που κινεί τα πόδια μου. Ξανασυναντώ τον παιδικό μου εαυτό και φτιάχνω καινούριο χάρτη. Ο φανταστικός μου διάλογος με τις Καρυάτιδες καταλήγει σε μειδίαμα. Κουρνιάζω στο αιώνιο βλέμμα τους.   


Παλιότερα ποστς

Ελαφρώς πικρή και πιπεράτη

  Είμαι πάλι εδώ, στον προσωπικό μου ναό, την μικρή σοκολατερί. Ή μέρα σκοτεινή, όπως πρέπει κι ας μύρισαν οι πρώτοι λεμονανθοί. Ή σοκο...