Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Πραγματική πραγματεία


   Τα πράγματα το βράδυ κάνουν κριτσ κρατς επειδή συστέλλονται ή διαστέλλονται είτε επειδή θέλουν να σχολιάσουν τις προ-ύπνιες σκέψεις μας. Τα πράγματα έχουν ψυχή ή τουλάχιστο άποψη και δεν μπορούν να το κρύψουν. 
    Όπως ο μετρονόμος μου που σήμερα, πρώτη φορά, διέκοψε το αέναο τικ τακ για να ξεροβήξει. Τικ- τακ - τικ - (@γκούχου*) τακ... Εξεπλάγην! Το έκανε άλλες δύο φορές στο ίδιο κομμάτι. Δεν ξέρω αν ήταν βήχας από κρύωμα ή βήχας - σχόλιο - τι παίζεις τώρα; με ακολουθείς καθόλου; εγώ τι ρόλο βαράω εδώ; Τα πράγματα αποκτούν ψυχή και οι άνθρωποι σάμπως και τη χάνουν ή την μεταφέρουν στα πράγματα; 
     Γιατί, από την άλλη πλευρά συμβαίνει και το εξής φαινομενικά άσχετο: Στο λεωφορείο η απέναντι φόραγε ακουστικά, ένας άντρας κι αυτός ακουστικά, μια μεγάλη γυναίκα κι αυτή ακουστικά. Να μη στα πολυλογώ κάποια στιγμή καταλαβαίνω ότι όλοι και ο οδηγός, φοράνε ακουστικά.Ο καθένας στον μικρό κόσμο του. Χρειαζόμαστε ένα σάουντρακ διαρκώς; Ή μια ραδιοφωνική φωνή γιατί δεν ακούνε όλοι μόνο μουσική. Νομίζουμε ότι πρωταγωνιστούμε σε μια ταινία επηρεασμένοι από τον οπτικοακουστικό βομβαρδισμό που δεχόμαστε ή δεν το νομίζουμε απλά αλλά έτσι είναι; Δεν μας αρκεί η πραγματικότητα γυμνή; 
    Και εγώ συνήθως έχω ακουστικά αλλά αυτή τη φορά έτυχε να μην έχω μαζί μου. Και γι αυτό είχα την ευκαιρία να το δω απέξω. Αν ήμουν εξωγήινος ή ένας βάτραχος που ανέβαινε στο λεωφορείο για πρώτη φορά θα παρατηρούσα ότι φαίνεται κάπως άσχημο που όλοι είναι σαν καλωδιωμένα ανέκφραστα ρομπότ. Σαν άψυχα ρομπότ. Σάματις, αυτές οι μικρές συσκευούλες, αυτά τα πραγματάκια με τα καλωδιάκια τους έχουν αμφίδρομη πορεία. Σάματις και δίνουν ήχο αλλά σε αντάλλαγμα ρουφάνε ψυχή....(Ή και όχι :P).

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Κοραή & Πανεπιστημίου

      Στην έξοδο Κοραή του μετρό Πανεπιστήμιο υπάρχει μια μικρή πύλη σε μια άλλη πραγματικότητα. Ακριβώς σε εκείνο το σημείο που υπάρχουν τα σταντ με τις εφημερίδες που είναι σχεδόν πάντα άδεια. Συνέβη ένα συννεφιασμένο απόγευμα Πέμπτης. Τα μάτια μου έπεσαν σε ένα μικρό συννεφάκι χαμηλά στο ύψος του γονάτου και ακριβώς από κάτω μια μικρή πατημασιά. 
       Πλησίασα να δω καλύτερα και με κατάπιε σαν χάπι. Πολλά όργανα του σώματός μου αντέδρασαν σε αυτό το παράξενο, μη οικείο συναίσθημα. Κυρίως το στομάχι μου δοκίμασε ένα είδος μουδιάσματος ανάμεικτο με οκνηρία και φόβο - τα δύο παγκοσμιότερα συναισθήματα. 
    Αμέσως μετά όμως μια αίσθηση ελευθερίας και φιλοσοφίας (?!) με κυρίεψε. Όταν βρέθηκα στον ίδιο τόπο δεν έμοιαζε καθόλου πια με Πανεπιστημίου. Είχε θάλασσα κάτω στη Σταδίου και εκεί που καθόμουν, μεγάλα τραπέζια για πικ νικ με δέντρα και γρασίδι. Διάφορα πετούμενα έπαιρναν το κολατσιό τους μα εμένα τα ερεθίσματα  της πραγματικότητας αυτής έρχονταν αργά αργά, υπομονετικά. Είχα άπειρο χρόνο να τα καλωσορίσω ένα ένα ακόμα και τις σταγόνες τις βροχής που έπεφταν στα γυμνά μου χέρια. Ήταν σαν την πρώτη βροχή της ζωής μου, το νερό σαν ένας καινούριος υπέροχος φίλος! Ιδέες και εμπνεύσεις τις έβλεπα να ζυγώνουν από μακριά :
 -Συνειδητοποίηση: οι άνθρωποι έχουμε χιλιάδες διαθέσεις - αντιδράσεις απέναντι στην πραγματικότητα, είναι σαν μάσκες που φοράμε, όχι επίτηδες αλλά είναι επιφανειακές, κάτω από αυτές υπάρχει το αληθινό μας πρόσωπο που είναι ανέκφραστο αλλά ελαφρώς χαμογελαστό!
-Ιδέα: Θεατρικό για σκύλους: Σκηνικό: Ένα σκυλόσπιτο σε μια αυλή. Ένας ασπρόμαυρος παχύς σκύλος βγαίνει από το σπιτάκι με νωχελικές κινήσεις. Υψώνει τα λυπημένα φρύδια του και στρέφεται προς το κοινό γαβγίζοντας (να το συνεχίσω).
   Τους συλλογισμούς μου διακόπτει μια έντονη αίσθηση ότι ένα απροσδιόριστο κάτι θέλει να μου κλέψει τα ροζ τσόκαρά μου που φορούσα όλο το καλοκαίρι. Προφανώς κατάλαβε ότι είναι μαγικά. Σηκώνομαι με τρόπο και βουτάω απότομα πίσω στο συννεφάκι που είχε αρχίσει και εξαφανιζόταν. Στο τσακ πρόλαβα. Πίσω στα σταντ η πραγματικότητα έμοιαζε πιο στέρεη από ποτέ. Ένιωθα διαφορετική από τους άλλους ανθρώπους, περπατούσα με άλλο αέρα. "Καλά μη την ψωνίσεις κιόλας" μου είπα.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ευτυχώς


     Eίναι όλα τόσο άσχημα εδώ, πολύ καιρό τώρα… η Αθήνα είναι μια τόσο άσχημη πόλη, γεμάτη βρωμιά, αποτσίγαρα και αηδία.. Μια γκρίζα πόλη, ένας βούρκος με πολλή μπόχα και μετρημένα διαμάντια, μια θάλασσα από αταίριαστα σπίτια και ίσως αυτό μέσα στην όλη ασκήμια να έχει μια καλή πλευρά...Είναι ίσως καλό, σαν να σου λέει, ορίστε, όλα εδώ είναι χάλια μην τα παίρνεις πια και τόσο σοβαρά, μην μπεις πολύ βαθιά στην σύμβαση γιατί θα ξεχάσεις ότι ούτως ή άλλως πρόκειται για σύμβαση. Γιατί ούτως ή άλλως δεν βρίσκεται εδώ η ευτυχία, στο φαίνεσθαι μιας πόλης. Αν θες ομορφιά πήγαινε σε ένα νησί ή σε ένα βουνό. Όπως η ελληνική τηλεόραση. Ευτυχώς που είναι τόσο άθλια  για να μην βλέπουν τουλάχιστο αυτοί που σέβονται τον εαυτό τους ή έστω ακόμα κι εκείνοι που δεν τον σέβονται αλλά παρόλαυτά δεν την παλεύουν να δουν για 15η συνεχή χρονιά την ίδια σειρά.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Σε ένα πειρατικό πλοίο

Αν έχετε την ευγενή καλοσύνη και δεν σας κάνει κόπο πατήστε play να παίζει 
το γραμμόφωνο καθώς διαβάζετε αλλιώς γίνεται μισή δουλειά. θενξ




 Είμαι σε ένα πειρατικό πλοίο και ψάχνω να σε βρω στα κύματα, μάταια ίσως. Η θάλασσα γαργαλάει τα μάτια μου με τους φωτεινούς νευρώνες της κι αυτό με υπνωτίζει. Χάνω πάλι τον προορισμό μου. Καλούμαι να είμαι πειρατής ενώ είμαι μόνο ένας παπαγάλος και αυτό με συνθλίβει.
    Είμαι σε ένα πειρατικό πλοίο αλλά με έχει κουράσει η πειρατική ζωή. Μου δημιουργείται όλο και συχνότερα η ανάγκη να αράξω κάτω από ένα ήσυχο μπανανόδεντρο και να βρω το νόημα της ζωής ή οτιδήποτε θα μπορούσε να με απασχολήσει τις δύσκολες μεσημεριανές ώρες. 
  Να φτιάξω πρόχειρα πνευστά από καλάμια, να βρω μικρά σκουληκάκια στην άμμο, να κλάψω για το είμαι που χάθηκε, όπως το φίδι όταν χαιρετάει το παλιό του δέρμα. Λένε ότι κάθε 7 χρόνια αλλάζουμε όλα μας τα κύτταρα. Πού πάνε λοιπόν όλα αυτά τα κύτταρα του εγώ μας; που πάει ο παλιός μας εαυτός; πέφτει στο κάτω μέρος της κλεψύδρας του χρόνου μας; 
Είναι κρίμα που είμαστε τόσο ηλίθιοι απέναντι στον έρωτα και στο θάνατο.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Τι άλλο;

Συγχωρέστε με για τα μισοκλειστα μάτια μου… δεν είναι αδιαφορία, είναι ίσως ανοσία.. μου φράζουνε τη θάλασσα μου και εγώ δεν έχω κάτι άλλο να χάσω 
Συγχωρέστε μου το χαμόγελο… δεν είναι ειρωνικό, ούτε χαιρέκακο, είναι γι αυτούς που ακόμα πείθονται απο τα ταχυδακτυλουργικά σας τη στιγμή που καρφώνετε τα χέρια τους πάνω στους μικρούς σταυρούς τους 
Συγχωρέστε μου και την απρεπή χειρονομία… δεν είναι κακοπροαίρετη, ούτε προσωπική.. είναι για όλους εκείνους που με ένα άγνωστο τρόπο, αγνοούν το πώς θα ζουν τα ομορφα παιδιά τους και για εκείνους που νομίζουν ότι χαιρετάνε από ψηλά με ασφάλεια, ενώ τα πόδια τους ήδη σαπίζουν στο βάλτο της αιώνιας μπόχας που οι ίδιοι επιμελήθηκαν..
 για όσα δε φάγαμε μαζί και για όσες φορές με ξεπουλήσατε αβίαστα με εκείνο το κενό σας βλέμμα

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Εργασία για το σπίτι

1.α) Να ακούσετε μια φορά το παρακάτω υπέροχο τραγούδι - το οποίο πρέπει να παραδεχτούμε ότι αν τρωγόταν θα ήταν μια φρέσκια ζεστή βάφλα με καυτή νουτέλα και κανελίτσα από πάνω. Ή αν ήταν μια ανθρώπινη κίνηση θα ήταν μια χουχουλιάρικη αγκαλιά ζεστή και στοργική.
1.β) Στη συνέχεια  να το τραγουδίσετε καραόκε, δυνατά, μαζί με την Ella.
1.γ) Τέλος να χορέψετε προσποιούμενοι ότι είστε η οπτικοποίηση των πνευστών που ακούγονται που πάει να πει ότι οι κινήσεις σας θα πρέπει να μιμηθούν επακριβώς την κίνηση της μελωδίας τους.
1.δ) Απλά εμπιστευτείτε μια φορά τον ταμπουίνο και κάντε την εργασία αυτή χωρίς πολλά πολλά και γκρίνιες, και "όχι βαριέμαι" και "δε με εκφράζει αυτό το τραγούδι" και βλακείες.


Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μικρή συνειδητοποίηση στις 2:29

   

    Είναι τρομερό..δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω τόσο με λόγια, αλλά τόσο καιρό τη μουσική τη βίωνα σαν κάτι άυλο …σαν κάτι αέρινο…τα βιολιά, ένας πνευματικός λόγος που απευθύνεται στο πνεύμα μου.. κι όμως, μόλις πρίν λίγα λεπτα, στις 2:29, ένιωσα περισσότερο από ποτέ πως  είναι τριβή, είναι ύλη… το δοξάρι σέρνεται επαχθώς πάνω στις χορδές… αν ήμουν μια χορδή ίσως να πονούσα για να αντέξω όλο αυτό…και μια πένα στις χορδές κιθάρας..δεν είναι απλά μια μελωδία..είναι τριβή κι είναι όλα αυτά που ο κάθε μουσικός έχει κουβαλήσει…. Έχει μάθει να κάνει θόρυβο με έναν συγκεκριμένο τρόπο ξανά και ξανά…όλη αυτή η δύναμη και η αποφασιστικότητα που παράγει κάθε νότα φτάνει κατευθείαν στην καρδιά μου όταν σκέφτομαι ότι δεν είναι άυλο…είναι τροφαντά κομμάτια ήχου... μικρά νομίσματα που κόβονται και χαρίζονται απλόχερα...!

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Παρέα των τριών


    Αυτές τις ωραίες βραδιές στην πόλη, που όλοι βγαίνουν σαν κοπάδια από γκνου -  αυτό που οι άγγλοι ονομάζουν stampede - το καλύτερο που έχεις να κάνεις ή  έστω να δοκιμάσεις μια φορά, είναι να βγεις με μια σκυλοπαρέα. Και δεν εννοώ μια παρέα ανθρώπων που τρέχουν σε σκυλάδικα, εννοώ να βρεις τουλάχιστο έναν σκύλο αλήτη, από αυτούς που κατάφεραν να μην παραδοθούν ακόμα στην πλήρη ακινησία με μελαγχολικό ύφος σε κάποιον πεζόδρομο . 
     Έναν από εκείνους τους σκύλους που φαίνεται να έχουν κάποια σημαντική δουλειά στο κέντρο και τριγυρνάνε βιαστικοί και ανάλαφροι και έχουν μάθει τα κόλπα της πόλης και τα φανάρια και τον ηλεκτρικό, (αλήθεια κάποτε είχα πετύχει έναν σκύλο στον ηλεκτρικό που είχε μπει στην Ομόνοια και κατέβηκε στη Βικτώρια, ούτε εισιτήριο, κύριος). Να βρεις έναν τέτοιο σκύλο και να τον ακολουθήσεις. Να τον εμπιστευτείς και να πας όπου πάει. Θα το καταλάβει αν έχεις καλή διάθεση για βόλτα και θα σε περιμένει και θα τον περιμένεις βέβαια κι εσύ να σημαδέψει τις περιοχές και να κάνει τις έρευνές του.
      Μια τέτοια βραδιά  είχα επιστρέψει από νησί και περπατούσα με ένα μεγάλο απαξιωτικό και αφ' υψηλού βλέμμα απέναντι  στη ζωή στην πόλη. Οι διακοπές κοντά στη φύση σε κάνουν να καταλαβαίνεις πόσα πράγματα είναι περιττά.Όλες αυτές οι συμβάσεις, οι βλακώδεις προτεραιότητες. Για καλή μου τύχη, πέτυχα μια παρέα τριών σκύλων. Ένας καφέ, ένας άσπρος, μια μαυρούλα. Αλήτευαν στην πλατεία, κάναν μαγκιές στα αυτοκίνητα και κάναν παράλληλα την έρευνά τους για ίχνη από οτιδήποτε. Τους ακολούθησα. 
     Περάσαμε τον μεγάλο δρόμο. Εγώ τους βοηθούσα να περνάμε απέναντι, κι αυτοί με προστάτευαν από περαστικούς. Όταν έτρεχαν, έτρεχα μαζί τους και το ανάποδο. Φαινόταν να ξέρουν που πηγαίνουν. Βγήκαμε σε μια άλλη πλατεία, αφήσανε πάλι τα σημάδια τους, εγώ όχι. 
    Σταματήσαμε σε ένα σουβλατζίδικο και πήρα ένα κεμπάπ για τον καθένα, και τα εξαφάνισαν ταχυδακτυλουργικά, εγώ πιο αργά. Απολάμβανα το βιαστικό βήμα τους,  ένιωθα κι εγώ τετράποδο για λίγο, τα τσικ τσικ τσικ γρήγορα πατήματα από τα πατούσια τους στο δρόμο, γιατί αν μετράει κάτι στο περπάτημα ή το τρέξιμο είναι οι ήχοι. Ειδικά σε χωματόδρομο, το τρίξιμο των χαλικιών, ο ρυθμός, απίστευτη αρμονία. Ο καφέ ήταν ο πιο κολλητός μου, με περίμενε πάντα όταν οι άλλοι έφευγαν μπροστά, και είχε συνέχεια το νου του να μη χαθούμε μεταξύ μας.
      Κάποια στιγμή έφτασα στο αυτοκίνητο, τους καληνύχτισα και τους ευχαρίστησα μέσα από την καρδιά μου για τη βόλτα. Μπήκα στο αυτοκίνητο, και με κοιτούσαν παραξενεμένοι. Οι σκύλοι της πόλης δε συμπαθούν τα αυτοκίνητα και ο απώτερος σκοπός τους είναι μια επανάσταση απέναντι στη δικτατορία των τροχών. Υπάρχουν πολλοί αγωνιστές σκύλοι που παλεύουν καθημερινά με κίνδυνο τη ζωή τους ενάντια στο αυτοκινητιστικό καθεστώς. 
      Έβαλα μπροστά και ξεκίνησα, και αυτοί επιτάχυναν το βήμα και με κοιτούσαν με τα ειλικρινή μάτια τους,  με άγχος από το παράθυρο. Επιτάχυνα κι άλλο για να μη με ακολουθήσουν και χαθούν ή κινδυνέψουν στο δρόμο. Συγκινήθηκα που τους άφησα αλλά έπρεπε να γυρίσω, ήλπιζα να τους ξαναδώ στην πλατεία και να επαναλάβουμε τη βόλτα μας. 
   Ύστερα από λίγο κοιτάζω στον καθρέφτη και τι να δω; Ο καφέ κάλπαζε σαν άγριο άλογο στον σκοτεινό άδειο δρόμο και λίγο πιο πίσω η μαυρούλα και ο άσπρος έρχονταν βιαστικοί! Η παρέα των 3 ήθελε να με απελευθερώσει από το κουτί με ρόδες στο οποίο ξαφνικά φυλακίστηκα. Ένιωσα να προδίδω τους φρέσκους φίλους μου και σταμάτησα. Κατέβηκα, και χάιδεψα τα λαχανιασμένα κεφαλάκια. Οι γλώσσες τους σέρνονταν στο πάτωμα και το μόνιμα γελαστό στόμα τους με έκανε να χαμογελάσω κι εγώ.
      Προσπάθησα να τους καληνυχτίσω,να τους διώξω, αλλά με κοιτούσαν στραβώνοντας το κεφάλι. Μετά επιτάχυνα πολύ, μα σε κάποια σημεία του δρόμου που αναγκαζόμουν να πάω αργά ή να σταματήσω λόγω φαναριών αυτοί με πρόφταιναν. Τελικά με συνόδεψαν μέχρι το σπίτι και ένιωσα τεράστια υποχρέωση. Δυστυχώς εκεί τους αντιλήφθηκε μια παλιοσυμμορία άλλων σκύλων  (όχι ο Πούμα, ο Πούμα έχει μπει στον ίσιο δρόμο) που τους κυνήγησαν και εκεί τους έχασα. Η μαυρούλα είχε μείνει πίσω, μα έτρεξε κι αυτή. 
   Δεν έμαθα τι έγινε κι όσες φορές ξαναπήγα στην  ίδια πλατεία δεν τους βρήκα εκεί, αλλά σίγουρα θα βρήκαν μια άκρη. Σίγουρα θα αλητεύουν κάπου τώρα, όπως μόνο αυτοί ξέρουν, κάνοντας τις καθημερινές τους επαναστάσεις, αφήνοντας τα σημάδια τους στις ρόδες, στα δέντρα, στις αφίσες, στη μέση του δρόμου και  που δυστυχώς δεν ξέρω να τα αναγνωρίσω.  
    Ελεύθεροι, άλουροι, ευτυχώς αδέσποτοι - μια λέξη που ποτέ δε συμπάθησα γιατί παίρνει σαν δεδομένο ότι το ανθρωπο-δεσποτάτο, η αφεντικομανία του ανθρώπου είναι κάτι νορμάλ, λες και είναι φυσικό να έχει δεσπότη οποιοσδήποτε στη γη. Τα ζώα να μοιάζουν σαν φυγάδες στις παρανοϊκές πόλεις που όμως είναι και δικές τους πατρίδες. Δεν είμαι μισάνθρωπος, είμαι όμως αγαπόσκυλος.

Παλιότερα ποστς

Ελαφρώς πικρή και πιπεράτη

  Είμαι πάλι εδώ, στον προσωπικό μου ναό, την μικρή σοκολατερί. Ή μέρα σκοτεινή, όπως πρέπει κι ας μύρισαν οι πρώτοι λεμονανθοί. Ή σοκο...