Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Σχετικά με τη βραδύτητα

Το να είσαι χελώνα και να χαίρεσαι τη βραδύτητά σου, αφομοιώνοντας κάθε στιγμή με την ησυχία σου είναι υπέροχο. Το να είσαι μια ανυπόμονη χελώνα, αυτό, δεν είναι ευχάριστο

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Τουρισμός στη νυχτερινή Αθήνα

   Το βράδυ, αν βγεις να περπατήσεις προς την Πλατεία Κοτζιά, θα ακούσεις το μεγαλειώδες "αηδόνι της Αιόλου". Ένα μοναχικό, γενναίο, παιχνιδιάρικο κελάηδισμα ενός νυχτερινού πουλιού σαν αηδονιού, που αντηχεί στον υγρό πεζόδρομο και στις ψυχρές φάτσες των τραπεζών. Κάποιες σειρήνες αυτοκινήτων προσπαθούν ανεπιτυχώς να το μιμηθούν και καθώς απομακρύνεσαι και αυτό συνεχίζει, φαίνεται σαν να είναι το τελευταίο ζωντανό πράγμα που απέμεινε αυτές τις ώρες που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει κάτι εδώ.
   Το βράδυ, αν βγεις να περπατήσεις στους δρόμους της Αθήνας, μπορείς να παίξεις κάτι σαν videogame στο οποίο κερδίζεις αν μπορέσεις να αποφύγεις όλα τα κακά σκύλου που θα βρεθούν μπροστά σου. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι περπατητές στην Αθήνα περπατάνε σκυφτοί. Δεν είναι σκεφτικοί ή λυπημένοι, δεν είναι η κρίση, απλά παίζουν αυτό το, κυριολεκτικά, βρώμικο παιχνίδι. Ειδικά το βράδυ. Και συνειδητοποίησα χτες, ότι είχα πολύ καιρό να περπατήσω με το κεφάλι ψηλά, να βλέπω ουρανό, ή τουλάχιστο να τον ψάχνω ανάμεσα στα κτίρια. Και το έκανα, ρίσκαρα. Και δεν έχασα.
   Το βράδυ, αν βγεις να περπατήσεις στους δρόμους της Αθήνας, μπορεί να δεις τα λεωφορεία "ΣΥΓΓΝΩΜΗ". Στα φωτεινά γράμματά όπου συνήθως αναγράφεται η αφετηρία, θα διαβάσεις "ΣΥΓΓΝΩΜΗ" και στη θέση του προορισμού, γράφουν "ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ".
    Αυτό είναι συγκινητικό. Μπορεί να σημαίνει, είτε ότι πρόκειται για ένα λεωφορείο που μπορεί να σε μεταφέρει από το "συγγνώμη" στο "εκτός λειτουργίας", δηλαδή να μείνεις άνεργος, αλλά προφανώς, και το ανάποδο: από την ανεργία σε μια κατάσταση απολογίας και ηττοπάθειας. Και αναρωτιέμαι, σε αυτή την περίπτωση, ποιες είναι οι ενδιάμεσες στάσεις.
    Είτε είναι ένα λεωφορείο που απλά "δεν είναι σε φάση" αλλά έχει την ευγένεια και το θάρρος να ζητήσει ένα μεγάλο συγνώμη. Θα μπορούσε να γράφει μόνο "εκτός λειτουργίας", όμως όχι. Αυτό το συγγνώμη με τα κεφαλαία κίτρινα γράμματα πάνω σε ένα μέσο μεταφοράς σε κάνει να θες να το παρηγορήσεις και από την άλλη να σκεφτείς αν και εσύ πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη για μια λάθος συμπεριφόρά σου σε κάποιο φίλο σου και ίσως αν όλοι περπατούσαμε με ένα "συγγνώμη" στο κεφάλι τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Self Programming #1

      Η φαντασία είναι το πιο εξελιγμένο γκάτζετ, το μόνο εργαλείο που έχουμε για να κάνουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε. Είναι ένα σφυρί με το οποίο μπορείς να σφυριλατήσεις το άγαλμα που είναι ο μελλοντικός σου εαυτός και η ζωή σου όπως ακριβώς θες. Όμως συνήθως εμείς παίρνουμε αυτό το σφυρί και βαράμε δυνατά το κεφάλι μας .
     Η φαντασία είναι μια υγρή ουσία σαν πυλός με την οποία πλάθεις το άμεσο αλλά και το μακρυνότερο μέλλον, βασικά όλο το μέλλον. Στερεοποείται με το πέρασμα της ώρας. Όταν τη διοχετεύεις σε ένα αρνητικό κανάλι γίνεται φόβος και όταν τη διοχετεύεις στο τι θέλεις, γίνεται δημιουργικός οραματισμός.
     Το πρόβλημα είναι ότι τα windows που μας έχουν εγκαταστήσει έχουν by default τσεκαρισμένη την αρνητική επιλογή με αποτέλεσμα να πραγματοποιούμε τους φόβους μας αντί να πραγματοποιούμε τις επιθυμίες μας. Δεν είναι τυχαίο που όλες οι ταινίες και τα βιβλία για το μέλλον είναι θρίλερ. Δεν είναι τυχαίο που ο Μεγάλος Αδερφός του Όργουελ έγινε ριάλιτι. Είναι επειδή είμαστε προγραμματισμένοι στο αυτόματο, να βρίσκουμε πρώτα τον αρνητικό προορισμό και να επιλέγουμε αμέσως αμέσως τα βήματα προς αυτόν. Σαν να κοιτάς έναν χάρτη, να βρίσκεις τον χειρότερο προορισμό στον χάρτη, να πατάς δεξί κλικ και να βρίσκεις οδηγίες προς αυτό το σημείο. Αυτό είναι η αυτόματη προεπιλογή, το default μας. 

    Όταν ανοίγεις το Google Chrome αντί για το Mozzila σε ρωτάει o υπολογιστής "Google Chrome is not the default browser" και έχει δύο επιλογές, δύο κουτάκια: "Set as default" "Don't ask again", Κάποιος έχει πατήσει το Don't ask again γιατί κανένα εικονίδιο  δεν εμφανίζεται πουθενά όταν τυχαία οραματίζομαι τη ζωή μου όπως τη θέλω που να γράφει: "Η δημιουργική χρήση της φαντασίας σας δεν είναι προεπιλεγμένη". Πρέπει να πατήσουμε δεξί κλικ στον εαυτό μας, να πάμε στις ιδιότητές μας και να ξετικάροουμε αυτό το βρωμόκουτο που μας έχει κάνει φοβισμένα ζελέδια. Και να επιλέξουμε το άλλο κουτί σαν προεπιλογή.
   Που σημαίνει να αφιερώνουμε manually χρόνο στο να φανταζόμαστε πώς θέλουμε να είμαστε. Τι καλό μπορούμε να σκεφτούμε για την περίπτωσή μας. Τι μεγαλεία θα γούσταραμε να φτιάξουμε για πάρτη μας. Να φαντασιωθούμε. Τα καλύτερα. Και θα γίνει ακριβώς αυτό που θέλουμε γιατί το πρόγραμμά μας έιναι hi-tech κατά τα άλλα και- περιέργως- έχει  ακόμα και την τεχνολογία να βρει μόνο του τα βήματα προς τα εκεί.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο κύριος καταρράχτης


  Μια γιαγιά στο μπροστινό κάθισμα μαθαίνει την άλφαβητα στο εγγόνι της την ώρα που ο Νίτσε στα χέρια μου κραυγάζει την πλάνη της γλώσσας. (Το βιβλίο μου ρίχνει προκλητικά χαστουκάκια στα μάγουλα, τρέμει στα χέρια μου, όχι εξαιτίας των χεριών μου αλλά από την ένταση του βρυχυθμού που ακόμα κουβαλάνε οι λέξεις του, είναι γραμμένο για να ουρλιάζεται δυνατά, για να ουρλιάζει μέσα βαθιά στα θεμέλια της ψυχής, σαν καταρράχτης δυνατός και καθαρός μαζί, ικανός να γκρεμίσει.)
 την ώρα που ο Νίτσε κάνει τεχνητή αναπνοή στο πνεύμα μου  για να ανανύψει η ψυχή μου από την άπνοια των καιρών, 
την ώρα που ο Νίτσε εξακολουθεί να είναι αιώνιος όπως μόνο αυτός ξέρει, ανακουφίζοντας ένα νανοηλεκτρόνιο από το γιγάντιο φορτίο που κούραζε και δαιμόνιζε το μυαλό του υποφέροντας όταν ζούσε, πάνω στο είναι μου, σε μένα, τον αναγνώστη, μια προέκτασή του, όπως σε κάθε αναγνώστη μέσα στον οποίο ζει και ξαναζεί. εδώ στο αεροπλάνο, πίσω από τη γιαγιά, ο Νίτσε, χιλιάδες μέτρα πάνω απο τη γη, όπως του ταιριζει, όπως πραγματικά μπορούσε να βλέπει την ανθρωπότητα και τότε, πετώντας μοναχικά πέρα και πάνω από κάθε εποχή.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Διαλογισμός του μωσαικού (να διαβαστεί ψιθυριστά)



   Στο μωσαικό μπορείς να διαβάσεις την μοίρα σου, ή να δεις τους φόβους σου και να τους κατανοήσεις η να δεις κάτι που σου λείπει, ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, ή ένα φιλικό ζωάκι όταν είσαι μόνος. Αναλογα με το τι χρειάζεσαι όταν το κοιτάς, το μωσαϊκό θα ανασύρει μέσα από τις ψηφίδες του ακριβώς αυτό που σου πρέπει σαν απάντηση. 
Χωρίς να συγκεντρώνεις κάπου το βλέμμα σου  θα βγει μπροστά καθώς χαζεύεις σαν παιδί  το πάτωμα , μαγική εικόνα, θα ξεχωρίσει από τις άλλες ψηφίδες. 
Και αν είσαι τυχερός, μέσα στο χάζεμά σου και τις διάχυτες σκέψεις σου θα καταλάβεις σε μια στιγμή διαύγειας τι είναι αυτό που βλέπεις και γιατί το βλέπεις. Μόνο μια στιγμή, μα δεν πρέπει να φύγεις τελείως από το αφηρημένο κοίταγμα. Αν λίγο παραπάνω εστιάσεις πάνω του θα τρομάξει και θα φύγει, όπως ένα ελάφι ή ένα ξωτικό ή οτιδήποτε μαγικό,  θα χωθεί πισω στις ψηφίδες και πάλι αδιάφορο μωσαϊκό θα φαίνεται, λες και ήταν όλα στο μυαλό σου. 
Και αν μπορέσεις να μείνεις λίγο παραπάνω σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση: μεταξύ διαύγειας και αφηρημάδας, τότε μπορείς να τραβήξεις μια νοητή φωτογραφία και να την κρατήσεις για πάντα στο μυαλό σου. Θα σε γυρνάει σαν ταξί - χρονομηχανή και όχι σαν απλή ανάμνηση  πίσω σε αυτή τη στιγμή  και θα συνδέει σαν συνδετήρας όποια μελλοντική σου στιγμή θες με αυτή του διαλογισμού πάνω στο μωσαϊκό. Έτσι μπορείς να καταλάβεις λίγα πράγματα παραπάνω για τον εαυτό σου, για τους φόβους σου  και για ποιο λόγο τους έχεις ακόμα ανάγκη.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτεμβριανό

 
 Ανακάλυψη του Φθινοπώρου. Καιρός για τσάι και μπισκότα κανέλα. Ο ερχομός του Χειμώνα. Μου αρέσει γιατί βάζει τους ανθρώπους σε ευχάριστες περιπέτειες, σε βροχές, σε αέρηδες, τους σκληραγωγεί!    Κι έτσι οι άνθρωποι γίνονται δυνατοί, ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους, οργανώνονται σαν μυρμήγκια, κάνουν πράγματα, πετυχαίνουν πράγματα.
   Μπορεί να τους τύχει να γίνουν μούσκεμα από τη βροχή επειδή ξέχασαν να πάρουν ομπρέλα και τελικά να θυμηθούν πόσο αναζωογονητικό είναι να πλατσουρίζεις στα νερά… και πόσο λανθασμένα το θεωρούν κακοτυχία και λέρωμα και ταλαιπωρία..
  Εχτές κατρακύλησα πάλι σε ένα λάκκο με βρεγμένο γρασίδι και λάσπες. Έγινα χάλια αλλά ένιωσα τόσο ζωντανή. Γιατί οι άνθρωποι σταματάνε αυτά τα ωραία πράγματα;
   Την άλλη φορά πατούσα  επίτηδες σε μεγάλες λακκούβες με λασπόνερα… τα πόδια μου καλοπερνούσαν, δημιουργούνταν εκκενώσεις και ήταν σαν να έκλαναν οι πατούσες μου. Κάθε βήμα ήταν απόλαυση. Και η ομπρέλα είναι ένα τόσο όμοροφο και έξυπνο αντικείμενο… οι άνθρωποι αποκτούν μια απόκοσμη λάμψη με το φώς που χρωματίζεται από την ομπρέλα τους.
Είχα μια γαλάζια ομπρέλα που την έπαιρνα όταν ήθελα να αρέσω σε ανθρώπους…
Είχα μια διάφανη ομπρέλα που μύριζε πλαστικίλα και μπορούσα να βλέπω τη βροχή χωρίς να κλείνω τα μάτια μου.
Είχα μια ροζ ομπρέλα με βολάν που ντρεπόμουν να την πάρω μαζί, όταν πήγαινα λύκειο ενώ την αγαπούσα όταν πήγαινα δημοτικό και την αγαπάω και τώρα.
Είχα μια εικόνα στο μυαλό μου  σήμερα : Εγώ και εσύ πάνω από τη συννεφιασμένη Αθήνα, σαν δύο τεράστιες στιλπνές - με μωβ-ροζ ανταύγειες – σαπουνόφουσκες που η μία προσπαθούσε να περικυκλώσει την άλλη. Πολύ όμορφο συναίσθημα.. Ανάλαφρο και με ωραίους ήχους γλιστρήματος..

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ύμνος στην αιώρα


  Η συχνότητα ταλάντωσης της αιώρας μου συνέπιπτε απρόσμενα με τη συχνότητα ταλάντωσης ενός καλωδίου που ξεκρέμασα άθελά μου. Ήθελα να κάνω την κίνηση να το βάλω στη θέση του αλλά ως γνωστό, ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στον κόσμο, δυσκολότερο και από τη φορολογική δήλωση ακόμα, είναι να πάρεις την απόφαση να σηκωθείς από  μια αιώρα. Ειδικά την ώρα που τραμπαλίζει.
    Γιατί στους ανθρώπους αρέσει τόσο πολύ αυτή η κίνηση; Γιατί νανουρίζει τα μωρά; Και γιατί το μηχάνημα "αεικίνητη κούνια" υπάρχει μόνο για βρέφη και όχι για μεγάλους; Σκάστε και πάρτε τα λεφτά μου, το θέλω τώρα! Ο κώλος αγαπάει την αίωρα.  Ο κώλος σίγουρα προτιμάει την αιώρα από την καρέκλα, δε σηκώνει βάρος, δεν πατικώνεται, νιώθει σαν ψαρούκλα στο πιάτο. Νιώθω τα εντόσθιά μου να γαργαλιούνται από το απαλό λίκνισμα και να με ευχαριστούν εγκάρδια γι αυτό, είναι ξεκάθαρη η αίσθηση ευγνωμοσύνης.
    Έτσι η σημερινή μέρα αφιερώνεται επίσημα στην αιώρα. Στην αιώρα σαν σύμβολο και σαν αντιμετώπιση της ζωής στα πιο δύσκολά της, σε έκρυθμες καταστάσεις, σε στιγμές που οι άνθρωποι αγχώνονται, γουρλώνουν τα μάτια τους, μπλοκάρουν και σφίγγονται σαν στρείδια. Κράτα την στο πίσω μέρος του μυαλού αυτή. Την εικόνα των ποδιών που χαιρετούν το κεφάλι απέναντι. Η αιώρα, ένα χαμόγελο. Ένα μισοφέγγαρο γεμιστό με άνθρωπο. Έναν άνθρωπο τόσο ήρεμο που σίγουρα με τη γαλήνη του θα παράγει κάποια από αυτές τις ορμόνες που κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Όπως οι γάτες που κάνουν καλό στους καρδιοπαθείς όταν τις χαϊδεύουν. Η ηρεμία μου τώρα έχει χτίσει έναν πηχτό αλλά αργόσυρτο ανεμοστρόβιλο που βγάζει στον ουρανό. Κουβαλάει ξερά φυλλαράκια πλατάνου και ιουνίπερους. Η ηρεμία μου έχει ροδίσει τα σύννεφα και ευθύνεται για το αεράκι που θα φυσήξει σε 4'' από τώρα!

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Στο τραίνο


   Στο τραπέζι υπάρχει ένα μπουκάλι νερό, ένα βιβλίο και ένα στυλό. Δε θέλω να διαβάσω τώρα, αλλά η ύπαρξη και μόνο του βιβλίου εδώ είναι ευχάριστη, μια οντότητα φιλική. Είναι ένα ζωάκι που ξέρει να διηγείται μια ιστορία και αυτό είναι αν μη τι άλλο, πανέμορφο.
   Το στυλό διεγείρει τα δάχτυλά μου, γι αυτό τα μάτια μου πέφτουν συνέχεια πάνω του, όπως τα μάτια ενός παιδιού στο γλυκό. Μαγνητίζει τα δάχτυλα να το πιάσουν και να αρχίσουν ένα παιχνίδι δημιουργίας.
  Το μπουκάλι με το νερό. Το νερό είναι ένας θεϊκός, μαγικός χυμός της γης στον οποίο όλοι θέλουμε να μοιάσουμε  για να είμαστε αιώνιοι και να φερόμαστε στο φως όπως του πρέπει, με παιχνίδια και έρωτα. Το μπουκάλι περιορίζει το νερό. Το φυλακίζει σε μια αμήχανη ακινησία, το κάνει να μοιάζει σαν γεράκι με κουστούμι, σαν πούμα σε γραφείο και ίσως γι αυτό τόσοι άνθρωποι αυτοπεριορίζονται τόσο εύκολα. Γιατί πίνοντάς το, γίνονται σαν το νερό που φυλάκισαν.
  Μια τελειότητα σαν του νερού αλλά μουσική χορεύει στα αυτιά μου τώρα και μου εξηγεί πως αυτή η στιγμή είναι το ίδιο τέλεια. Μουσική ενός συνθέτη που κατάφερε να σταθεί όρθιος με το ένα πόδι στον κόσμο της φαντασίας και το άλλο στην πραγματικότητα που όλοι ξέρουμε, και μπορεί να σου φτάσει λίγους ατόφιους καρπούς από τα δέντρα του κόσμου του πρώτου.
   Η καρδιά μου άνοιξε επιτέλους από μια μικρή χαραμάδα που της δημιούργησε ο ήχος αυτού του τραγουδιού με τα τεράστια βιολιά που ξεχύθηκαν σαν καταρράκτες στα αυτιά μου. Επιτέλους μπήκε λίγο φως, λίγο αέρας και ξύπνησε η καρδιά μου και έτσι νιώθω και εγώ σαν ιστιοφόρο που ανοίγει με θράσος τα πανιά του σαν φτερά μεγάλου πουλιού για το νέο άγνωστο. Με φόβο και θάρρος μαζί. Ψάχνω αυτούς που λένε μεγάλους θεούς, που έμειναν ναυαγοί σε ξεχασμένες παραλίες του Αιγαίου, μπας και μου δείξουν πώς μπορώ να ξαναγίνω ένας σωλήνας από τον οποίο να περάσει (όποτε έχει ελεύθερο χρόνο) έστω και για λίγο από μέσα μου αυτό το ιριδίζον ποτάμι της ύπαρξης.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Πιγκουίνος-πίθηκος 1-0

   Τελικά, έπειτα από μακρόχρονη έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Γουϊμπάμπουε αποδείχτηκε ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τον πιγκουίνο και αυτό εξηγεί το ότι πολλές γυναίκες μοιάζουν με πουλί ειδικά κάποιες καθηγήτριες. Ο ντόκτορ Γουιμπάμπα σε συνέντευξη δήλωσε "μα καλά ήμαστε χαζοί τόσα χρόνια που δεν το είχαμε σκεφτεί. Αν δεις από μακριά έναν άνθρωπο να περπατάει, ειδικά αν είναι φορτωμένος με τσάντες, είναι φως φανάρι ότι μοιάζει με πιγκουίνο. Σίγουρα κρατάμε από αυτό το ζώο το οποίο κατά τ' άλλα είναι ευγενέστατο και δε χρειάζεται να αμφιβάλλει κανείς ή να ψάχνει να βρει παραπάνω στοιχεία, το αποδείξαμε και τελείωσε, καλύτερα να ασχοληθεί με κάτι άλλο αν θέλει, και αυτό να το αποδεχτεί σαν γεγονός, όπως αποδέχτηκε ότι η γη είναι στρογγυλή χωρίς μα και μου γιατί είναι αδιαμφισβήτητο και σχεδόν σίγουρο".

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Να είμαι ένα ευχαριστώ που περπατάει

   Η ανάγκη για γράψιμο από ένα σημείο και έπειτα είναι το ίδιο ξεκάθαρη με κάθε άλλη σωματική ανάγκη. Ένα γαργάλημα στο χέρι. Μια αίσθηση επείγοντος. Δεν υπάρχει δυστυχία και ευτυχία. Υπάρχουν μόνο στιγμές αχαριστίας και στιγμές ευγνομωσύνης. Όταν οι άνθρωποι ξεχνούν να είναι ευγνόμωνες  - τουλάχιστο για την ύπαρξη - αναρρωτιούνται γιατί δεν νιώθουν καλά και αυτό το ονομάζουν δυστυχία και κατάθλιψη. 
    Θα πει κανείς: πώς να νιώθεις ευγνόμων αν βιώνεις μια κατάσταση που δεν σε ευχαριστεί. Και τότε πρέπει να του απαντήσει κάποιος άλλος ότι το πράγμα πάει ανάποδα και οι ευχάριστες κατάστασεις πάνε στους ευγνώμονες όπως οι μύγες στο γλυκό. Είναι τόσο απλό, απλούστατα είναι ανάποδο από την κοινή λογική.
   Ο ασπρομάλλης κύριος από τον 2ο όροφο θέλει να κάνει μήνυση στους κατασκευαστές της εξώπορτας γιατί είναι πολύ βαριά. Κάθε φορά που συναντιόμαστε στην πόρτα με χαιρετάει ευγνέστατα και μετά ξεφουρνίζει ένα σύννεφο κακεντρέχειας για την πόρτα με την οποία έχει πάρει διαζύγιο. Κάθε φορά που συναντιέται μαζί της κάνει σαν πρώην σύζυγος. Πόσο ευχάριστα μπορείς να βιώνεις τη ζωή σου όταν δεν μπορείς να τα βρεις με την πόρτα της πολυκαοτικίας σου; Ο θυμός είναι ένας δαιμονάκος με οψη μωρού που καταβάλει τους ανθρώπους που του έχουν ανοιχτή την πόρτα και μπορεί να τους οδηγήσει σε σκηνές απόλυτου σουρεαλισμού για την πλάκα του.
    Είναι κάποιοι άνθρωποι που γελάνε τόσο σπάνια που σε κάνουν να νιώθεις μεγάλος τυχεράκιας που τους ξέκλεψες ένα χαμόγελο...ένα ανοιχτό γέλιο ακόμα περισσότερη τύχη.. με μεγάλη φειδώ αφήνουν τα δόντια τους να φανούν, τις γωνίες του στόματός τους να πιέσουν τα μάγουλά τους έστω και λίγες μοίρες προς τα πάνω. Καμιά φορά ξεχνούν αυτή την αίσθηση. Και οι ίδιοι οι μύες  του προσώπου τους μοιάζουν να νιώθουν αμήχανα με αυτή την μη οικεία κατάσταση, κι όμως τους κάνει τόσο όμορφους αυτός ο καθόλου γνώριμος ήχος που βγαίνει από τα σωθικά τους "χα χα" τι παράξενοι ήχοι. Πώς κάνει το αρνί; "μπε μπε", πώς κάνει η γάτα; "νιαου νιάου", πώς κάνει ο άνθρωπος; "χα χα". 

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες: Η Ασπιρίνη σε λάθος πάτωμα


   Το να νιώθεις ένα χώρο "σπίτι σου" σημαίνει πρώτα απ' όλα να έχεις εξοικειωθεί με τους θορύβους του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι' αυτό πλέον. Το καταλαβαίνεις όταν βρίσκεσαι σε ένα νέο σπίτι, όπου χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να συνηθίσεις τους ήχους που ακούγονται και να έχεις βρει και μια λογική εξήγηση για τον κάθένα  και όλα να είναι σε τάξη ώστε να μπορέσεις επιτέλους να πέσεις για ύπνο. Π.χ. κάθε βράδυ στις δύο, ακουγόταν ένας θόρυβος που στην αρχή έμοιαζε με μπουμπουνητό αλλά τελικά σκέφτηκα λογικά ότι πρέπει να είναι το σκουπιδιάρικο, επιβεβαίωσα και έτσι δεν το παρατηρησα πια ή απλά ξέρω πλέον ότι όταν περνάει, έχει πάει δύο η ώρα.
    Η αϋπνία προκύπτει ακριβώς από την εμμονή κάποιων ανθρώπων με αυτήν την κατάσταση του να είναι όλα σε τάξη για να κοιμηθούν. Η αϋπνία είναι μια εγωκεντρική κατάσταση, κατά την οποία θέλεις όλα τα πράγματα γύρω σου να ενστερνιστούν την ανάγκη σου για ύπνο:  το μαξιλάρι να είναι στην τέλεια θέση, να βρεις την ιδανική στάση και μετά άλλες δυο τρεις, οι ήχοι του κόσμου να σωπάσουν, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πουλιά, το ψυγείο, το πρωινό φώς, το σεντόνι να καλύπτει επαρκώς όλο το σώμα, η θερμοκρασία να είναι κατάλληλη, να συνυπάρξουν όλες αυτές οι μαγικές συνθήκες ώστε να γεννηθεί αυτό το μικρό θαύμα! Ο ύπνος.
    Ήταν όμως ένας ήχος σε αυτό το σπίτι, για τον οποίο εδώ και μήνες δεν είχα βρει λογική εξήγηση. Την πρώτη φορά που τον άκουσα, στις τρεισήμισι το πρωί, ένα μακρόσυρτο ρίγος σαν ωστικό κύμα διαπέρασε όλα μου τα όργανα. Αμέσως ξεκίνησαν οι γνωστές διαδικασίες αναζήτησης του ήχου στο μυαλό μου, και συγκεκριμένα το google images του μυαλού μου, μου εμφάνιζε μια σειρά από εικόνες κάθε φορά που επαναλαμβανόταν. Οι πιο δυνατές από αυτές ήταν:
1) ένας γιγάντιος αρουραίος με δόντια σαν μαχαίρια και κόκκινα μάτια, ροκανάει τον διπλανό τοίχο ετοιμάζοντας ένα καταφύγιο για τους φίλους του
2) μια μεταλλαγμένη νυχτερίδα- εκδικητής των ανθρώπων φτιάχνει τη φωλιά της στο μπαλκόνι
3) ο γείτονας του διπλανού διαμερίσματος, ένας τύπος που πιθανότατα να δουλεύει σε τράπεζα γύρω στα 30, τώρα ντυμένος με δερμάτινα, γρατζουνάει μαζοχιστικά έναν πίνακα.
4) τα φαντάσματα των πρώτων ενοίκων της πολυκατοικίας έχουν εγκλωβιστεί στις μεσοτοιχίες και τις γδέρνουν με τα μακρουλά νύχια τους για να απελευθερωθούν.
    Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα. Ήταν κάτι πολύ μεγάλο για να είναι ποντίκι, πολύ άτακτο για σαράκι, πολύ παράξενο για άνθρωπος. Δεν μπορούσα να κατατάξω κάπου το θόρυβο αυτό, ούτε καν να καταλάβω από ποιο σημείο ερχόταν: από πάνω; από δίπλα; από έξω; ήταν τόσο δυνατός που διαχεόταν σε όλο το δωμάτιο, αλλά και σύντομος, απότομος ώστε να μην προλαβαίνω να τον εντοπίσω. Θρυμμάτιζε την ησυχία με μεγάλο θράσος και πάλι χανόταν. Ναι ήταν ένας θρασύς, ανένταχτος, αναρχικός θόρυβος και στο σκοτάδι, που η ησυχία μοιάζει να διπλασιάζεται, έμοιαζε σχεδόν αυθάδης. Από ένα σημείο και έπειτα, που οι εικονοπλασίες είχαν φτάσει στο ζενίθ - όπως και η αϋπνία - προχώρησα άθελά μου στο επόμενο στάδιο που ήταν η οπτικοποίηση. Κάθε "χσσσ κρρρρ κσ κσ κσσσσ" ανακατεμμένο με γδούπους, δημιουργούσε φωτεινές γραμμές μέσα στο σκοτάδι μου. Μεγάλα, τρεμουλιαστά, φωτεινά ζιγκ ζαγκ σε 3D projection μπροστά στα βλέφαρά μου. Πολύ ενδιαφέρον εφφέ, ωραία ιδέα, πρέπει όμως να κοιμηθώ. 
    Η περίπτωση να σηκωθώ για να εξιχνιάσω τον βρωμοθόρυβο είχε αποκλειστεί από την πρώτη στιγμή κυρίως για να μη χάσω κι άλλο τον (χαμένο) ύπνο μου και μάλλον πολύ περισσότερο γιατί αυτός ο κρύος ιδρώτας που παρέλυε τα γόνατά μου προερχόταν από το φόβο ότι μπορεί μια στις χίλιες να δικαιωνόταν η εικόνα 4, αυτή με τα φαντάσματα των πρώτων ενοίκων. Αργά το πρωί κατέληξα ότι είναι μία μάνα πτεροδάκτυλος που ψάχνει τα αυγά της και νομίζει ότι τα έχουμε εμείς γι αυτό και ξύνει με τα νυχοπόδαρά της το μπαλκόνι μπας και της ανοίξουμε. Τα μάτια μου έκλεισαν χωρίς προειδοποίηση και έτσι ακολούθησε μια μακρά περίοδος ανήσυχων βραδιών, αϋπνίας, έντασης καθώς και πολλών συνειδητοποιήσεων σχετικά με την προΰπνια φάση. Όπως η παρακάτω:
   ΧΕΛΟΟΥ!! ΧΕΛΟΟΥ!;;;Καλά είμαστε σοβαροί;Τόσα χρόνια άνθρωποι και κανένας δεν έχει παρατηρήσει το ρεύμα εικόνων ; Από που ερχεται; Δηλαδή οι άνθρωποι έχουν βγάλει ολόκληρους νόμους της φυσικής για ένα μήλο που πέφτει αλλά γι αυτό; Αυτή την ταχύτατη ροή τυχαίων εικόνων, όταν κλείνουμε τα βλέφαρά μας χωρίς να κοιμόμαστε. Νομίζω όλοι έχουμε πρόσβαση σε αυτό το φαρδύ ποτάμι αν απλά κλείσουμε τα μάτια μας. Και τώρα ακόμα. Κλείσε τα μάτια σου. Ναι εσύ! Δε βλέπεις εικόνες; Εγώ τα κλείνω για πέντε δευτερόλεπτα και έχω ήδη δει: ένα καρτούν ιπποπόταμο, κύκνους, κολώνες ενός σπιτιού, μια κυρία στο λεωφορείο, ζωγραφιά από δύο άλογα που σέρνουν ένα κάρο, ένα πλυντήριο. Ακούω επίσης και ένα ηχητικό ποτάμι από αποτυπώματα ήχων, όχι αληθινούς ήχους αλλά ανανμήσεις ήχων όπως: ένα γέλιο, γυαλιά που σπάνε, νερά που τρέχουν, κάποιες μελωδίες, τη φωνή του μπαμπά μου κτλ. 
    Ένα βράδυ που τα μάτια μου άνοιξαν για ακόμα μια φορά σαν του λεμούριου μέσα στα χαράματα από ένα απότομο «σκρρρρκσσσς» αποφάσισα να κάτσω με ψυχραιμία, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος να τον ακούσω. Να αφήσω με ηρεμία μια φορά τις εικόνες που προκαλούσε, να περάσουν από μπροστά μου, να τον αφουγκραστώ με προσοχή, να τον αντιμετωπίσω στα μάτια σαν ίση προς ίσο. Άρχισα να καταλαβαίνω τον χαρακτήρα του. «Προέρχεται από ένα ανήσυχο ον, όχι άνθρωπο αλλά αρκετά βαρύ» ήταν η ετυμηγορία της νύχτας.
  Το πρωί που σηκώθηκα σαν το ελατήριο από το κρεβάτι στις 12.40 κατέβηκα να πετάξω τα σκουπίδια και τότε την είδα, κοιταχτήκαμε στα μάτια. Η Ασπιρίνη είναι ένα μεγαλόσωμο καφέ σκυλί, ράτσας δεν ξέρω αλλά από αυτά που μοιάζουν με μπουλντογκ που έχει κάνει μπότοξ ή κάτι τέτοιο. Αυτή και το «αφεντικό» της (με ενοχλεί αυτή η λέξη), μια πολύ καλή και χαρούμενη κοπέλα που φαίνεται να την αγαπάει πολύ, της είπε «Έλα Ασπιρίνη μπες στο ασανσέρ! Άσε με και μένα να μπω». Και μπήκαν στο ασανσέρ. Το οποίο έτυχε να μείνω και να παρατηρήσω που θα κατέληγε και ναι, κατέληξε έναν όροφο πάνω από μένα. Καθώς έβγαινα από την πολυκατοικία να πετάξω τα σκουπίδια, είδα τους πτεροδάκτυλους και τις νυχτερίδες να αποδημούν από το μπαλκόνι μου. 
   Το βράδυ όλα ξεκαθάρισαν. Η Ασπιρίνη, συνεπής στο νυχτερινό ακουστικό ραντεβού μας άρχισε να περπατάει στο απάνω πάτωμα. Η εικόνα ήταν σαφής πια στο μυαλό μου. Η Ασπιρίνη στο δωμάτιό της, ξάπλα στο παρκέ, βαριέται και αρχίζει να παίζει με τα παιχνίδια της. Τα σκυλίσια νύχια της που είναι φτιαγμένα για χωμάτινες εκτάσεις δεν πατάνε ευχάριστα στο ανθρώπινο έδαφος, παίρνει το πλαστικό της κόκκαλο και ασχολείται μαζί του, δημιουργεί σενάρια, σκοτώνει την ώρα της μέχρι ο ανθρώπος-προστάτης της να ξαναασχοληθεί μαζί της. Το δωμάτιο το φαντάζομαι πορτοκαλί με μωβ κουρτίνες. Ο θόρυβος μπήκε σε τάξη, έγινε ήχος και τώρα ίσως μπορέσω να κοιμηθώ. Αν όχι, τότε ίσως χρειαστεί κάποια στιγμή να βρω έναν τρόπο να μιλήσω στην «αφεντικίνα» (δεν μπορώ αυτή τη λέξη πάντως) της Ασπιρίνης. Ίσως και να της δώσω αυτό το κείμενο, ίσως έτσι καταλάβει.
   

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ανκοίνωση

Τα περισσότερα προβλήματα, μάλλον όχι, όλα τα προβλήματα αυτού του κόσμου ανανλύονται σε δύο βασικά συστατικά: φόβος και οκνυρία

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Σκεπτοθύελλα Αποκριάτικης Νυκτός


   Οι άνθρωποι κινούνται περισσότερο από όσο χρειάζεται και από εκεί ξεκινούν τα μεγαλύτερα προβλήματα αυτού του πλανήτη. Οι περισσότεροι δεν κάθονται σε μια γωνιά ήσυχοι και τώρα που μπορούν να κινούνται και ψηφιακά, κάνουν ακόμα περισσότερες κουτσουκέλες.
   Οι άνθρωποι, από την αρρωστημένη μανία τους να τα αλλάζουν όλα, έφτασαν στο αποτρόπαιο στάδιο του να επινοήσουν τη γραφειοκρατία για να υποκαταστήσουν υποσυνείδητα και  κακήν κακώς την ανάγκη τους για τελετουργία λες και οι δυσκολίες του απλά-να-ζεις δεν ήταν αρκετές.
  Οι άνθρωποι, αυτά τα σιχαμένα βακτηρίδια, τις απόκριες ντύνονται συνήθως σαν άλλοι άνθρωποι, λες και αυτό θα μπορούσε ποτέ να αλλάξει κάτι στην φριχτά εισερχόμενη αλήθεια: ότι η ανθρώπινη λαίλαπα, αυτή η φλεγμονή της γης, δε λέει να καταλαγιάσει παρά μόνο να υποτροπιάζει ξέρει, με γεωμετρική πρόοδο.
   Και εγώ, σε μια πυκνοκατοικημένη από τις βακτηριδιοφωλιές, συνειδητοποιώ -με χαρά, περιέργως - πως το βιολογικό μου ρολόι τουαλέτας συμπίπτει με το ρολόι κάποιου από τον πάνω όροφο, γιατί όποτε χρησιμοποιώ το δωμάτιο αυτό, δεν ξέρω πώς διεάολο τυχαίνει και σημαίνει σαν καμπάνα το καζανάκι του από πάνω. Φρρρρ οι καταρράχτες, ο ήχος της λύτρωσης και της κάθαρσης μαζί, με λίγο ριβέρμπ, καθότι έρχεται από το παράθυρο του φωταγωγού, προκαλώντας λίγο, έτσι, αυτό το νανοσυναίσθημα θαλπωρής - ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτό τον κόσμο - είναι και άλλοι σαν και μένα σ'αυτή φωλιά που κάνουν παρόμοια πράγματα - και έχουν τις ίδιες ανάγκες (Νούμερο 1 και νούμερο 2) - τις ίδιες ώρες! συγκινητικό κάπως.
    Γιατί με κάνει και συνειδητοποιώ πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι, καλώς ή κακώς, είμαστε καλωδιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με καλώδια που δεν βλέπουμε γι αυτό και δε το συνειδητοποιούμε. Είμαστε ασύρματα και αθεράπευτα συνδεδεμένοι. Το ίντερνετ δεν είναι παρά η δυνητικοποίηση αυτής της σύνδεσης που έπρεπε να γίνει με κάποιο τρόπο ορατή γιατί το νιώθαμε πως υπάρχει απλά δεν ξέραμε πώς να το εκφράσουμε. Μέσα στο ασανσέρ, σε μια ουρά στην τράπεζα, στις δημόσιες υπηρεσίες και στο λεωφορείο, όσο απρόσωποι και αν προσπαθούμε να φανούμε, όσο χαμένοι και κουκουκλωμένοι στον μικρόκοσμό μας κι αν νομίζουμε πως είμαστε, θα είμαστε πάντα κοινωνοί αυτής της συλλογικής πίτας, θέλουμε δε θέλουμε.
    Η πράξη του ενός θα φτάσει στον άλλο πιο γρήγορα και από την ταχύτητα του φωτός και οι πράξη του άλλου θα φτάσει σε εμάς, θα έρθει μεταμφιεσμένη η ίδια μας η πράξη πίσω σε μας, όπως όταν βρισκόμαστε μέσα στην πισίνα και κάποιος κατουράει στην άλλη άκρη. Είναι τόσο χαζό να ενεργούμε και να σκεφτόμαστε σαν να μην ανήκουμε σε ένα όλο, τη στιγμή που τα ίδια τα κύτταρά μας ανήκουν σε ένα όλο (το σώμα μας) και δε διαμαρτύρονται. Η γνώση του ενός θα περάσει και στους άλλους, το συναίσθημα του ενός θα φτάσει και σε όλους τους υπόλοιπους κοινωνούς του όλου και θα εδραιωθεί στο DNA όλων, θα καταγραφεί σαν εμπειρία και ας είναι κλειστές οι πόρτες στους ορόφους των πολυκατοικιών, και ας κάνει ο ένας γείτονας τάχα μου δήθεν ότι δεν είδε τον άλλο στο σούπερμάρκετ υποδυόμενος ότι έψαχνε τα δημητριακά.
    Το καλό είναι ότι στο ίδιο όλο, στο ίδιο σώμα που πλαισιώνουμε σαν κύτταρα, είναι και τα λουλούδια, τα ζώα, οι πέτρες, τα ποτάμια ακόμα και το σάντουιτς που έφαγες χτες, ακόμα και οι στρουθοκάμηλοι, αυτά τα ξεκαρδιστικά κωμικά πουλιά που μπορούν να σου τσιμπήσουν το παπιγιόν σε χρόνο μηδέν.

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες - Ντράκυλα (μέρος β')

... Και πάνω που τα σενάρια στο μυαλό μου φούντωσαν η γυναικεία κραυγή μετατράπηκε σε γέλια αγοριών που έπαιζαν και κορόιδευαν το ένα το άλλο και η καρδιά μου ήρθε στη θέση της. Για μια ακόμη φορά διαπιστώνω ότι οι φωνές των μικρών αγοριών βρίσκονται στις ίδιες συχνότητες με των γυναικών όπως και ότι μερικοί άντρες μοιάζουν με γριές. Τα βήματα του Μοναχικού Δίποδου ακούστηκαν πιο κάτω και φάνηκε η σκιερή φιγούρα του να μυρίζει τα γιασεμιά που κρέμονταν από τα κάγκελα μιας αυλής. Όμορφα. Δεν είναι κατά συρροή δολοφόνος γυναικών αλλά μάλλον ένας απλός μυριστής της νύχτας.
Το ταξίδι στην πόλη συνεχίστηκε. Περπατήσαμε πάρα πολύ, αχόρταγα φτάναμε τους δρόμους μέχρι το τέλος τους μέχρι που ένας γδούπος έσπασε το ρυθμό των βημάτων. Ήμουν εγώ που στην προσπάθειά μου να μην τον χάσω από τα μάτια μου, μπέρδεψα τα πόδια μου και σωριάστηκα κάτω με τα χέρια στην άσφαλτο. Μέχρι να τινάξω τις παλάμες μου και τα γόνατά μου περίμενα ότι θα τον είχα χάσει. Όμως όχι. Εκείνος είχε σταθεί ακίνητος χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει. Σαν να περίμενε να αφουγκραστεί την επάνοδό μου. Προφανώς περίμενε εμένα. Ήξερε πως τον ακολουθούσα. Πρέπει να το ήξερε αρκετή ώρα τώρα. Πόση άραγε; Νόμιζα ότι ήμουν προσεκτική. Περίμενα ότι θα νευρίαζε ή θα μου έλεγε κάτι, όμως όχι. Όταν σηκώθηκα, κίνησε κι αυτός μπροστά, σαν να ήταν η μηχανή του τραίνου.
Τον ακολούθησα λίγα βήματα ακόμα, αλλά όταν σκέφτηκα την κατάσταση ντράπηκα, τρόμαξα, φοβήθηκα, απόρησα με τον εαυτό μου που βρήκα το κουράγιο να ακολουθήσω τόση ώρα έναν ξένο άνθρωπο μέσα στο βράδυ. Γύρισα σπίτι χωρίς να έχω μετανιώσει για τη μικρή περιπέτεια, αλλά αποφασίζοντας να μην ξανακάνω κάτι τέτοιο.
Δεν πρέπει να πέρασαν πάνω από δύο λεπτά από τη στιγμή που εναπόθεσα το καλοκουρασμένο μου κορμί στο κρεβάτι και ο ύπνος με πήρε στα πιο βαθιά του στρώματα. Τότε είδα αυτό το όνειρο. Όλα ήταν λέει άσπρα, ένα άσπρο κενό. Ο νυχτερινός περιπατητής είχε βάλει πλώρη για ευθεία μπροστά, όμως σε έναν τεράστιο νοητό καθρέφτη το είδωλό του ερχόταν πίσω, δηλαδή κατά πάνω μου αδυσώπητα, σπάζοντας εκκωφαντικά μια-μια τις βιτρίνες μπροστά μου σαν οδοστρωτήρας. Κρόου κρίουυυυ κατεδαφίζονταν ολόκληρα τα γυάλινα κτίρια. Ξύπνησα με γουρλωμένα μάτια με μια έξαψη που είχα χρόνια να νιώσω. Όχι τρομαγμένη έξαψη. Μάλλον έμπνευση! Το μυαλό μου άδειασε από τις μίζερες σκέψεις που είχαν μαζευτεί σαν παχουλό κατακάθι του καφέ και ανάπνεε. Μια ιδέα σαν μανιτάρι! Να ψάξω να τον βρω. Να τον ακολουθήσω όπου πάει.
Την επόμενη κιόλας πήγα στο πάρκο από όπου είχαμε περάσει χτες και όπου είχε σταθεί περισσότερο από οπουδήποτε για να μυρίσει μια συγκεκριμένη νεραντζιά που μύριζε πραγματικά πιο ωραία από οτιδήποτε έχω μυρίσει τα τελευταία χρόνια. Μόνο αυτή! Όχι οι διπλανές της! Ήταν ανοιχτό το μέρος και είχα ένα ευρύ οπτικό πεδίο για να ψάξω. Στήθηκα από νωρίς και περίμενα. Και φάνηκε, ταχύς ήρθε από την κεντρική είσοδο. Με αντιλήφθηκε από μακριά. Σταμάτησε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και συνέχισε. Τον ακολούθησα όπως το πεινασμένο πούμα ακολουθάει τη λεία του. Η διαδρομή ήταν σχεδόν η ίδια, κάναμε πάλι μια μικρή καμπύλη και μετά βγήκαμε στον ίδιο δρόμο με χτες μέχρι το τέρμα του, σε μια αραιοκατοικημένη περιοχή. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο κοβόταν και ακολουθούσε ένα πολύ μικρό ποτάμι με καλαμιές, βρώμικο, τσαλακωμένο, περιφρονημένο και αυτός στάθηκε εκεί. Έμεινα αρκετά πίσω γιατί φοβόμουν και περίμενα. Αλλά παρέμεινε έτσι, να κοιτάει το ποταμάκι. Μετά κάθισε σε μια άκρη και κοιτούσε το ποτάμι χωρίς ποτέ να κοιτάξει πίσω του. Ίσως είχε κουραστεί. Κουράστηκα να περιμένω και εγώ και έφυγα.
Η άρρητη και αμίλητη μυστκή συμφωνία μας ήταν ραντεβού στις 8μιση στη νεραντζιά, κανείς δεν αργούσε. Εγώ πάντα λίγο πιο νωρίς (εγώ πιο νωρίς;σπάνιο!) και αυτός περνούσε μπροστά, πάντα στη ώρα του σαν το μετρό.
Θα αναρωτιέται κανείς γιατί δεν του μιλούσα. Και εγώ αναρωτιέμαι, απλά αυτό μου υπαγόρευσε ο εαυτός μου, η διακριτικότητά μου γιατί είμαι και πολύ διακριτική παρότι περίεργη, αυτό μου υπαγόρευσε η ακατάληπτη γλώσσα του σώματος, είχε κάτι το απρόσιτο που δεν μπορούσα να το προσπεράσω και το σεβάστηκα. Δεν του μίλησα.
Το κριτσάνισμα των παππουτσιών μου στην άσφαλτο έγινε η νούμερο 1 μελωδία μου. Η απαραίτητη τροφή για τα αυτιά μου. Άνοιξε ένας διακόπτης στο μυαλό μου. Σαν μια μουσική που κάνει τη ζωή σου να μοιάζει με ταινία, ότι όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα ότι κάθε πράξη μου επηρεάζει τη ροή της ιστορίας, ότι είμαι ένα απαραίτητο σκατολοίδι στην πορεία αυτού του παράξενου κυττάρου που λέγεται σύμπαν.
Έγινε η καθημερινή μου απασχόληση. Ακύρωνα ραντεβού και συνεντεύξεις που είχα κανονίσει εβδομάδες πριν. Χάθηκα από τους φίλους. Έχασα κιλά και ένιωθα πιο πολύ το σώμα μου και τις ανάγκες του. Δεν πεινούσα τόσο πια. Πλακουτσοί μύες αναθάρρήσαν περήφανοι. Απέκτησα ένα σθένος που μου έλειπε. Που ήξερα ότι το είχα αλλά είχε θαφτεί κάπου ανάμεσα στις τυρόπιτες και το ίντερνετ.
Κάθε βράδυ ανακάλυπτα νέες ομορφιές, νέες μυρωδιές, καταλάβαινα τις αλλαγές του ένα μήνα από τον άλλο, στις πιο μικρές του λεπτομέρειες, στα δέντρα, που έριχναν τα φύλλα τους και μετά άνθιζαν, στα αστέρια, στον ουρανό, στους ανθρώπους και στα ρούχα που έβαζαν και μετά έβγαζαν. Αφού δε μιλούσαμε και ποτέ, έχοντας πάντα μια απόσταση ασφαλείας 20 μέτρων περίπου, είχα πάρει μαζί μου μουσική να ακούω. Κάποιο από τα κομμάτια που άκουγα είχε συμπέσει ακριβώς με το ρυθμό περπατήματος του Ντράκυλα. Όταν πήγα σπίτι βρήκα πως ήταν 122 bpm. Το έβαλα και άλλες νύχτες και ήταν πάλι μέσα στο τραγούδι. Την επόμενη πήρα τον μετρονόμο μου μαζί από περιέργεια και διαπίστωσα πως ο άνθρωπος είχε ''εντοιχισμένο'' μετρονόμο σταθερά στα 122, εκτός βέβαια από τις μικρές αναγκαστικές στάσεις σε μύρισμα λουλουδιάνω, φανάρια κτλ.
Μύριζα τα ίδια δέντρα που ευλαβικά σταματούσε να μυρίσει ο Ισχνός Οδηγός μου. Αυτή η ιεροτελεστεία είχε γίνει και για μένα πλέον ιερή και σαν καλή μαθήτρια ήξερα από πριν πια, που σταματάμε και προετοιμαζόμουν. Τρελαινόμουν να βλέπω μέσα στα σπίτια τα φωτισμένα που έχουν αφήσει ανοιχτές κουρτίνες, μια βιβλιοθήκη, κάποιος έπαιζε πιάνο, κάποια μαγείρευε κάτι λαχταριστό, μίνι επισκέψεις στις ζωές ξένων ανθρώπων, πίνακες στους τοίχους και στοργικά φωτιστικά που ζέσταιναν με θαλπωρή το χώρο, ξυπνώντας μέσα σου την ανάγκη για φώλιασμα. Μετά φτάναμε πάντα στην αραιοκατοικημένη περιοχή, στο ποτάμι όπου πάντα ο Αεικίνητος σταματούσε και τον άφηνα επιστρέφοντας σπίτι.
Όλα μαγικά άλλαζαν προς το καλύτερο. Η ζωή μου είχε ανθίσει και ήμουν συγκεντρωμένη και διαυγής. Δεν φοβόμουν, είχα τη μυστική μου δύναμη, το δάσκαλό μου. Προτάσεις έπεφταν από παντού για δουλειά. Μάλιστα μου τηλεφώνησαν από τη δουλειά που πάντα ήθελα όμως ήταν σε άλλη πόλη. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψω τις περπατονύχτες με τον Ντράκυλα. Ήταν ένα μεγάλο δίλημμα και η αλήθεια είναι ότι πλεόν λίγο με ενδιέφερε να «αποκατασταθώ επαγγελματικά». Από την άλλη όμως μια τέτοια αλλαγή θα ήταν κίνηση και οποιαδήποτε κίνηση ήταν πρόκληση και ζωή για μένα. Έτσι πήρα την απόφαση να φύγω και να φτιάξω και εγώ μια δική μου φωλιά, ζεστά φωτισμένη γεμάτη βιβλία και σπιτικές μυρωδιές όπως αυτές που ζήλευα και παρατηρούσα στις μεγάλες βόλτες. Θα συνέχιζα βέβαια να περπατάω.
Έτσι έγινε. Έπρεπε αμέσως να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω την ίδια μέρα, πριν προλάβω καν να χαρώ μια αποχαιρετιστήρια Ντρακυλοβραδιά. Προσγειώθηκα στη νέα πόλη και στη νέα δουλειά νιώθοντας το ίδιο δάγκωμα στην καρδιά με εκείνο της βουτιάς από ψηλά σε κρύα νερά. Βρήκα ένα μικρό διαμέρισμα με ζεστό ξύλινο πάτωμα και το γέμισα βιβλία και πίνακες, φωτιστικά και μπιριμπιλόνια.
Οι πρώτοι μήνες της προσαρμογής ήταν δύσκολοι και ο χρόνος δεν έφτανε ούτε καν για να σκεφτώ αν είχε αντιληφτεί την απουσία μου ο Ντράκυλα. Γυρνούσα στο σπίτι, χώμα από τη δουλειά σαν κάλτσα ποδοσφαιριστή και τις λίγες ώρες που απέμεναν, ταίριαζα και ξαναταίριαζα το σπίτι μου. Μόνο όταν έπεφτα για ύπνο κλώτσαγε μέσα μου η ανάγκη του περπατήματος σαν τίγρης στο κλουβί. Όμως το κουρασμένο μυαλό μου έκλεινε τα μάτια μου και άλλη μια μέρα έφευγε απερπάτηστη.
Πέρασαν μήνες και προσαρμοζόμουν όλο και περισσότερο στις νέες συνθήκες. Μερικά βράδια πήγα για περπάτημα αλλά δεν είχε κάποιον ενδιαφέρον άνθρωπο να ακολουθήσω. Κανείς δεν έκανε τις μεγάλες ατέλειωτες βόλτες του Ντράκυλα και αυτό με στεναχωρούσε. Η νέα πόλη ήταν όμορφη αλλά ήταν ζωντανή μόνο τις ώρες καταστημάτων. Μετά νέκρωνε, όλοι γυρνούσαν στις φωλιές τους καταναλώνοντας όσα πρόλαβαν να πάρουν τις ώρες καταστημάτων. Και εγώ μαζί. Άρχισα να παραμένω σπίτι αφομοιώνοντας πάλι όγκους κινηματογραφημένης κίνησης, ταινίες δράσης για να αναπληρώσουν τις χαμένες νύχτες περπατήματος. Η τίγρης σταμάτησε να κλωτσάει και στη θέση ήρθε μια αράχνη να πλέξει ένα χοντρό κουκούλι ματαιότητας γύρω μου. «Ε και;» ήταν η απάντηση στις περισσότερες σκέψεις μου και τώρα ήταν χειρότερα γιατί είχα αυτή την εργασιακή ασφάλεια που μπορεί πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι η αβεβαιότητα να σε μεταμορφώσει σε ένα άδειο σακί χωρίς συνείδηση.
Είδα τον εαυτό μου σιγά σιγά να αποκτάει ένα είδος εγωισμού που δεν είχα συνηθίσει, μίλαγα πολύ περισσότερο στις συζητήσεις αλλά δεν τα πίστευα όλα τόσο και όταν γυρνούσα σπίτι αναρρωτιόμουν αν όντως τα ένιωθα. Φαίνεται πως αν δεν επιβεβαιώνεις στον εαυτό σου καθημερινά, με τον τρόπο ζωής σου μια ιδέα, έρχεται κάποια στιγμή ποτ ούτε ο ίδιος πείθεται.
Ήξερα ότι είναι σωστό να με ενδιαφέρουν οι άλλο άνθρωποι αλλά δε με ενδιέφεραν και όταν το τηλέφωνο χτύπησε ένα μεσημέρι Κυριακής σε ένα γεύμα με τους νέους φίλους μου, σπίτι μου και ήταν άλλη μια διαφημίστρια τηλεφωνικής εταιρείας, έκανα μια μίνι επίδειξη των αυτοσχεδιαστικών μου ικανοτήτων με έναν τρόπο που μου άφησε άσχημη γεύση μετά, όταν έμεινα μόνη μου. Δεν περίμενα όταν τη ρώτησα «Σας αρέσει η δουλειά σας;» να μου απαντήσει «ναι και βέβαια μου αρέσει, γιατί να μη μου αρέσει». Ένιωσα ότι τελικά θέλει πολύ περισσότερη δύναμη απ’ ότι νόμιζα για να μη με καταπιεί η άνεση που είχα αποκτήσει. Μήπως να ανησυχήσω γι αυτό ή να δω την ταινία που είχα βάλει να κατεβαίνει; και έκανα το δεύτερο.
Το βράδυ ήταν σάπιο και με πήρε ο ύπνος με ένα πακοτίνι στο μάγουλο και την οθόνη με το στόμα ανοιχτό να με καταβροχθίζει με βαρυσήμαντους αμερικανοδιαλόγους. Κάποιες στιγμές σαν να άκουγα ένα τρίξιμο στο μέσα δωμάτιο αλλά ήμουν τόσο κουρασμένη να πάω να δω. Μετά από λίγο να σου πάλι το τρίξιμο, σαν να ήταν από το μπαλκόνι που όμως είναι ψηλό, αποκλείεται να ανέβει κάποιος, χαλάρωσε και κοιμήσου έμοιαζε να μου λέει ο Μόργκαν Φρίμαν μέσα από την ταινία που έπαιζε. Μετά όμως ένα σπάσιμο τζαμιού με έκανε να κοκαλώσω με έναν κρύο ιδρώτα να με λούζει σαν κινέζικο βασανιστήριο. Έχοντας προσφάτως δει ένα ντοκυμαντέρ για το πώς να αντιδράς όταν βλέπεις αρκούδα, ενστικτωδώς αντέδρασα έτσι ακριβώς, κάνοντας την ψόφια. Περίμενα, περίμενα να ακουστεί ένας νέος ήχος, μια νέα πληροφορία, όμως τίποτα και έτσι σηκώθηκα αρπάζοντας το τηλεκοντρόλ σαν όπλο, για άγνωστο λόγο, και πατώντας το προαναφερθέν πακοτίνι που έπεσε πάνω στο χαλί πλησίασα στο μέσα δωμάτιο και στο πάτωμα είδα όντως σπασμένα τζάμια και μια πέτρα με ένα σημείωμα. Το άνοιξα και έγραφε:
«ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ, ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΟΣΑ ΛΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ».
Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα κάτω στο δρόμο. Στο τέλος του δρόμου σε ένα ημιφωτισμένο υγρό δρομάκι το γερακίσιο μάτι μου αντιλήφθηκε κίνηση και ήταν μια γνωστή φιγούρα. Ήταν αυτός! Ναι αυτός ο Ντράκυλα! Τι δουλειά είχε εδώ και τι ήταν αυτό το τεράστιο πράγμα που κρατούσε στα χέρια του; Βλέπω καλά; Ένα γιγάντιο σαλάχι στην αγκαλιά του, ντυμένο με ακριβά ρούχα ράπερ και χρυσή καδένα. Όπα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αυτό το σαλάχι παραείναι καλοντυμένο για να είναι αληθινό, η υπόθεση βρωμάει όνειρο. Και ξύπνησα. Ήταν όμως τόσο μα τόσο αληθοφανές που πήγα τρεμάμενη με όλες τις τρίχες όρθιες, (ακόμα και το χαλί είχε αναμαλλιαστεί συμπάσχοντας). Όμως όλα ήταν κανονικά, το τζάμι στη θέση του. Η καρδιά μου ακόμα βάραγε σαν νάιτ κλαμπ. Ήταν το δεύτερο όνειρο που έβλεπα με αυτόν τον άνθρωπο και πάλι το ένιωθα σαν – ίσως ήταν - όραμα. (εκτός από το σαλάχι). Ήταν ένα χτύπημα, μια φωτονιακή ενδοεπικοινωνία με τον Ντράκυλα! Ή αν θέλουμε να το δούμε λιγότερο μεταφυσικά ήταν ο εαυτός μου που είχε σιχαθεί αυτό που γινόταν και ήθελε να επιστρέψει στην τιγρίσια φύση που ο κινούμενος δάσκαλος μου είχε ξυπνήσει.
Κατάλαβα ότι μόνο αν κινούνται όλα τα επίπεδα της ύπαρξής μου μπορούν να επιβιώσουν. Οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση στην κονσόλα του εαυτού θα ήταν λάθος, θα έχασκε. Η κίνηση είναι η λέξη κλειδί εδώ. Η κίνηση σαν πανάκεια, το μυστικό της αθανασίας, το Α και Ω της ύπαρξης, η μίμιση του ποταμού που είναι αιώνιος, των ουράνιων σωμάτων και της ζωής γενικότερα είναι αυτή. Η κίνηση. Η κίνηση του μυαλού, η κίνηση του πνεύματος, η κίνηση των συναισθημάτων. Αλλά πρώτα πρέπει να κινηθείς σωματικά. Αυτό έγινε το μανιφέστο μου.
Το κίνημά μου. Έφτιαξα μια αφίσα.
“Νυχτερινοί Περπατητές.
Δε χρειάζονται λόγια, ούτε λεφτά, μόνο δύο πόδια.” Ενθουσιάστηκα με το σλόγκαν και τις φανταστικές ικανότητές μου στο μάρκετινγκ.
Δε μπορεί! Μέσα σε αυτή την πόλη γεμάτη λίπος και υγρασία κάποιοι άνθρωποι θα είναι σαν και μένα. Θα ψάχνουν και αυτοί έναν τρόπο να αναστηθούν! Είχα ένα προαίσθημα ότι θα έρθει κόσμος. Θα γίνει χαμός!
Στο σημείο συνάντησης που όρισα και ήταν πολύ ξεκάθαρο, τελικά ήταν μόνο ένας τύπος με γκρίζα αραιά μαλλιά, γύρω στα 60 και ένας σκύλο. Με ρώτησε:
«Είσαι για την αφίσα;»
«Ναι εγώ την έκανα»
«Ήρθα λίγο νωρίς» είπε.
«Θα έρθετε;»
«Ναι, υπάρχει πρόβλημα να έρθω;»
«Όχι. Όχι βέβαια. Ας περιμένουμε λίγο.»
Πέρασαν 25 λεπτά αμήχανου διαλόγου και αναμονής. Όχι δεν είμαι από δω, ναι έχει υγρασία, ναι ίσως βρέξει γι αυτό δεν ήρθαν άλλοι. Ο σκύλος είναι της γειτονιάς αλλά πάντα του έκανε παρέα όποτε έβγαινε βόλτα, γι αυτό χωρίς λουρί. Μετά με ρώτησε εύλογα:
«Πώς σου ρθε αυτό εσένανε;»
Του είπα απλά ότι αυτή η πόλη δεν έχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει κανείς, ότι μου έλειπε η κίνηση και ότι είναι ωραίο να τη μοιράζεσαι. Και αφού το έφτιαξα λίγο στο μυαλό μου, μετά από μικρή παύση του είπα: «Το έχω δοκιμάσει και σε άλλη πόλη. Θέλει όμως γρήγορο περπάτημα, χωρίς πολλές στάσεις».
«Ναι. Οπωσδήποτε.» είπε κλείνοντας τα μάτια του για να δώσει έμφαση στο «οπωσδήποτε», μια κίνηση που μου φάνηκε τόσο παιδική και αμέσως τον συμπάθησα.
«Εγώ ήρθα, γιατί είδα την αφίσα και μην κοιτάς τώρα, εγώ περπατούσα πολύ. Πήγαινα από χωριό σε χωριό, όλα απάνω τα γύρναγα.»
Ο σκύλος είχε κουραστεί και ρουθούνιζε «άντε τι κάνουμε;». Είχα αρχίσει και απογοητευόμουν που δεν έρχονταν και άλλα άτομα. Που είναι οι ορδές από ορεξάτους νυχτοπερπατητές που είχα φανταστεί να κατακλύζουν την πόλη. Τόσο πεζή είναι η πραγματικότητα; Ή μάλλον τόσο «καθόλου πεζοί;»
Τέλος, του είπα:
«Ας περιμένουμε 5 λεπτά ακόμα και αν δεν έρθει κανένας το αφήνουμε ε;» «Τι αφήνουμε; Εσύ δε μου έλεγες τώρα ότι σου λείπει το περπάτημα;»
«Ναι έχετε δίκαιο. Ναι, ας πάμε. Πάμε τώρα. Δεν νομίζω να έρθει κανείς άλλος.»
«Και που θα πάμε;»
«Θέλετε να προτείνετε εσείς που ξέρετε και την πόλη;»
«Α! Ξέρω ναι, να πάμε στο βοτανικό κήπο είπε, είναι πολύ ωραία εκεί να δεις πώς μυρίζουνε τα βότανα!»
Ξεκινήσαμε χωρίς να πολυμιλάμε και ευτυχώς περπατούσε αρκετά γρήγορα.
«Το όνομά σας δεν μου είπατε»
«Γεράσιμος» είπε.
Ένιωθα αρκετά άβολα στην αρχή, κυρίως γιατί δεν είχαμε και πολλά να πούμε. Και ίσως δεν χρειαζόταν. Επιπλέον ήταν και ένας παράφορος μυριστής όπως ο Ντράκυλα αφού διάλεξε το Βοτανικό Κήπο και αυτό μου φάνηκε πολύ καλό σημάδι.
Τελικά παρά την έλλειψη του κόσμου η βόλτα αποδείχτηκε πολύ αναζωογονητική και μυρωδάτη. Τόλμησα να ξαναβάλω την αφίσα μετά από μια βδομάδα όταν ένιωθα να ξανακυλάω στο λαπά της καθημερινότητας. Πρόσθεσα το «Κάθε μέρα στις 21:00». Θα το κάνω κάθε μέρα σκέφτηκα και όποιος θέλει ας έρθει. Δεν μπορώ να ζήσω αλλιώς. Έστειλα και μήνυμα στο Γεράσιμο και του είπα για το καθημερινό. Μου είπε ότι δεν μπορεί κάθε μέρα αλλά θα ερχόταν σήμερα και όποια άλλη φορά ευκαιρούσε.
Αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Ήρθε ο Γεράσιμος, ο σκύλος του, δύο κοπέλες γύρω στα 19 και ένας καθηγητής πληροφορικής γύρω στα 40. Γνωριστήκαμε, τους εξήγησα για την ταχύτητα, όχι βιτρίνες και χάζεμα. Ο Γεράσιμος τους είπε ότι βοηθάει να έχεις ένα σταθερό γρήγορο ρυθμό. Προσπάθησα να πιάσω τα 122 bpm του Ντράκυλα αλλά ήταν δύσκολο με πολλά άτομα και με κοιτούσαν περίεργα που επιτάχυνα μόνη μου Έτσι αφέθηκα στη συλλογική ταχύτητα.
Γεράσιμος μπροστά, μας οδηγούσε σε ένα εγκατελλειμένο σταθμό τραίνων. Οι κοπέλες έμεναν πίσω στην αρχή. Ο Γεράσιμος γύρισε και με κοίταξε με ένα πολύ φιλικό και καθησυχαστικό βλέμμα και τελικά κάποια στιγμή απορροφηθήκαμε όλοι από το ρυθμό και από την ησυχία της νύχτας. Οι κοπέλες συγκέντρωσαν το βλέμμα τους μπροστά και αυτό με χαροποίησε πολύ. Ο παλιός σταθμός των τραίνων ήταν ένα μαγικό σημείο της πόλης που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Είχαν φυτρώσει παντού με θράσσος αυτά τα δυνατά φυτά που σπάνε το τσιμέντο και θα ηθελα να τους μοιάσω. Ένα μοναχικό, γενναίο, παιχνιδιάρικο κελάηδισμα ενός νυχτερινού πουλιού σαν αηδονιού, αντηχούσε στα δέντρα γύρω και όλοι καναμε ησυχία να το ακούσουμε και τα πρόσωπα μας φωτίζονταν από την πανσέληνο και είχαμε όλοι αυτην την έξαψη της ανακάλυψης και ακόμα περισσότερο ο Γεράσιμος που καμάρωνε που μας έφερε. Αυτή η στιγμή φωτογραφήθηκε στο μυαλό μου. Πήγε πολύ καλά.
Την επόμενη να σου πάλι ο Γεράσιμος, ο σκύλος, η μία από τις δύο κοπέλες, ο καθηγητής, τρεις φοιτητές που είχαν εξεταστική και ήθελαν να ξεσκάσουν, συν μια κομμώτρια γύρω στα 45 και εγώ. Βάλαμε οδηγό τον καθηγητή που θα μας πήγαινε στο πιο ψηλό σημείο με την πιο ωραία θέα της πόλης μου λίγοι γνώριζαν. Πράγματι, αφού μας πέρασε από πολύ πολύ στενά δρομάκια, μετά από το σπίτι που γυρίστηκε μια ταινία του ‘50, μετά από το αγαπημένο του σύνθημα σε τοίχο της πόλης “ΟΣΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΠΗΔΑΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΠΗΔΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΤΑ ΒΑΖΟΥΝ -John” καταλήξαμε στο πιο ψηλό σημείο, με θέα όλη την πόλη να τρεμοβολάει τα φωτάκια της. Η βόλτα ήταν γεμάτη ενέργεια και παρατήρησα ήδη μια συναισθηματική λαίλαπα μεταξύ των τριών φοιτητών και της κοπέλας. Αγαπημένη βόλτα..
Την επόμενη σκέτος ο σκύλος του Γεράσιμου, οι δύο κοπέλες, ο καθηγητής, δύο από τους τρεις φοιτητές, η κομμώτρια και δυο φίλες της. Φλερτ μεταξύ της κομμώτριας και του καθηγητή. Ντροπαλότητα μεταξύ φοιτητών και κοριτσιών. Ενδιαφέρον. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου γυρνόντας σπίτι. Από αυτά τα χαμόγελα φυσικού χυμού ευτυχίας και ευγνωμοσύνης.
Μέρα με τη μέρα εμφανίζονταν καινούρια πρόσωπα, πολλές φορές έλειπαν άλλοι, ο Γεράσιμος ήταν σχεδόν πάντα εκεί. Ο σκύλος πάντα.
Μετά από τρεις μήνες είχε καθιερωθεί και έρχονταν πάντα τουλάχιστο 7-8 άτομα εκτός αν καμιά φορά ο καιρός ήταν αδυσώπητος. Μια από τις αγαπημένες μου φορές ήταν με πολλή βροχή. Κανονίζαμε πλέον και μέσω ίντερνετ τις λεπτομέρειες και πολλές φορές που δεν μπορούσα εγώ, γινόταν ούτως ή άλλως. Σε 6 μήνες το πράγμα ξέφυγε από τα χέρια της μαμάς του και σκίασε σαν αερόστατο όλη την πόλη. Στο χρόνο πάνω φτάσαμε στα 120 άτομα σαν γοργός μίνι επιτάφιος, σαν μικρή διαδήλωση ακόμματη πορευόμασταν περήφανοι. Δεν μιλούσε κανείς. Ήταν μαγικό. Ήμουν στα ουράνια! Με πλησίασαν άτομα από συλλόγους και αργότερα κάποια άτομα με πολιτικές διαθέσεις που τα απομάκρυνα αμέσως ξεκαθαρίζοντας παντού το λόγο ύπαρξης της ομάδας.
Δημιουργήθηκε ολόκληρο κύμα. Έμαθα ότι έγινε και σε μια γειτονική πόλη. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα γιγαντιώθηκε, βγήκε στις ειδήσεις, σε βίντεο, εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και αργότερα σε άλλες χώρες.
Ακόμα και όταν πήρε διαστάσεις που δεν μας άρεσαν, οι αρχικοί και σταθεροί περπατητές είχαμε βρει πλέον τρόπο να ξεφεύγουμε από τα πλοκάμια τους και να συνεχίζουμε ακάθεκτοι.
Κάποια στιγμή γύρισα και στην πόλη μου για διακοπές. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Ντράκυλα, ακόμα και να του μιλήσω είχα σκεφτεί. Είχα σκεφτεί πολλές φορές πώς θα ήταν αν τον ξανάβλεπα. Ανυπομονούσα και είχα τρακ. Να συνεχίζει; Να κάνει άραγε την ίδια διαδρομή; Θα τον βρω 8μιση στη νεραντζιά; Ναι τον βρήκα 8μιση στη νεραντζιά, απαράλλαχτο σχεδόν. Χαμογέλασα και πήγα να τον χαιρετήσω, αλλά και πάλι δεν μου βγήκε. Η ταχύτητά του ήταν καρφί στα 122 και δεν μου έκανε καθόλου καρδιά να τον διακόψω. Τον ακολούθησα. Περάσαμε πάλι από την καμπύλη πάλι από τα γιασεμιά. Δάκρυσα μυρίζοντας τις ίδιες μυρωδιές γιατί αυτές είναι πιο δυνατές των αναμνήσεων από το αναμνησόκουτο. Η καρδιά μου γαργαλιόταν σαν κουτάβι και ένας κήπος από μπουμπούκια δημιουργήθηκε πάνω της μονομιάς.
Γεμάτη έφτασα ξωπίσω του πάλι στο ίδιο σημείο. Το ποταμάκι. Το αγαπημένο του. Γιατί σταματούσε πάντα εκεί; Θα περιμένω για πρωτη φορά όσο χρειαστεί, μέχρι αύριο σαν να μην υπάρχει αύριο. Θα περιμένω μέχρι να φύγει. Οι ώρες περνούσαν και αυτός, ο γνωστός αεικίνητος, ακίνητος τώρα εκεί, κοίταζε το σκοτεινό ποταμάκι μέσα στην ομίχλη σαν σκιάχτρο. Γλυκό αεράκι χόρευε αργά τις καλαμιές. Τα μάτια μου βάραιναν. Ο μέχρι πριν λίγο μαύρος ουρανός ήταν τώρα πιο διαλλακτικός προς τα χρώματα της ανατολής και άρχισε να κάνει πιο πολλή ψύχρα. Κάποια στιγμή ο Ντράκυλα σηκώθηκε όπως κάποιος που παίρνει μια σοβαρή απόφαση. Και άρχισε να περπατάει μέσα στο ποτάμι. Ήταν ιδέα μου; Περπατούσε αργά τώρα μέσα στο ποτάμι, πάνω στο ποτάμι; Δεν μπορούσα να δω μέσα στην ομίχλη. Ήταν αθόρυβος. Τελείως αθόρυβος. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν αλήθεια σας βεβαιώ γι αυτό. Χάθηκε μέσα στο ποτάμι. Έμεινα μόνη να κοιτάζω και εγώ τώρα σαν το σκιάχτρο το σκοτεινό ποταμάκι μέσα στην ομίχλη. Δεν το πίστευα. Δεν μπορούσα να δω αν έβγαζε κάπου. Γύρισα σπίτι με τον ήλιο να ανατέλλει γοργά και σαν να κρυφογελούσε.
Αργότερα, την ίδια μέρα, κοίταξα αυτή τη διαδρομή του Ντράκυλα σε χάρτη. Γκούγκλαρα αυτό το σημείο που τελειωνε και βρήκα ότι όλη αυτή η διαδρομή ήταν παλιά ένα ποτάμι που καλύφτηκε. Το έκαναν δρόμο, το έπνιξαν, το δολοφόνησαν με μπετόν τα βακτηρίδια της γης. Θα ήταν πολύ όμορφο ένα ποτάμι μέσα σε αυτή την πόλη, αν το είχαν καθαρό. Τώρα, το μόνο που είχε απομείνει ήταν αυτό το μικρό κομματάκι, ένα βρώμικο ρυάκι γεμάτο σκουπίδια και ποντικούς στο τέλος του δρόμου, έξω από την πόλη. Ένα ποτάμι με τεράστια ιστορία από την αρχαιότητα, τότε που τα ποτάμια τα είχαν για θεούς και τα δόξαζαν. Ένα ποτάμι με πανέμορφο όνομα και ένα μύθο για το θεό του ποταμού που σταμάτησε λέει τα νερά του για να μυρίσει τα λουλούδια που είχε ερωτευτεί.


(η αφίσα ισχύει)

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Ανεμοκρατία

    Ένα κουνούπι έχει γαντζωθεί στο ταβάνι. Έχει γαντζωθεί για τα καλά. Δεν ήξερε. Προσπαθεί τώρα να επιβιώσει σ' αυτό το ανεμοκρατούμενο περιβάλλον του νησιού. Τα παράθυρα και η πόρτα είναι ορθάνοιχτα. Το σπίτι αυτό δεν φοβάται παράνομους επισκέπτες. Έχει προστάτη αυτόν τον αδυσώπητο αέρα που είναι ο βασιλιάς το νησιού, που όλα περνάνε από το χέρι του.
    Αρχίζω, μέρα με τη μέρα, να τον μαθαίνω, να επικοινωνώ μαζί του. Έχει κατά κάποιο τρόπο γίνει ο δάσκαλος μου. Ο δάσκαλος της μουσικής. Είναι πολύ ευαίσθητος με τη μουσική και αυτό είναι ολοφάνερο.Όταν του αρέσει η μουσική τότε δυναμώνει. Και όταν δεν του αρέσει ή δεν είναι η ώρα κατάλληλη τότε πάλι δυναμώνει, αλλά διαφορετικά. Κάπως θυμωμένα.
    Ακούει υπομονετικά και προσπαθεί να μεταφέρει τις νότες σε όλη την πλάση. Συχνά με μια δόση χιούμορ, λεπτή και έξυπνη δόση, όπως μόνο η φύση συνηθίζει. Σήμερα του τραγούδησα ένα απαλό τραγούδι και το εκτίμησε, σφυρίζοντας πίσω.

Παλιότερα ποστς

Ελαφρώς πικρή και πιπεράτη

  Είμαι πάλι εδώ, στον προσωπικό μου ναό, την μικρή σοκολατερί. Ή μέρα σκοτεινή, όπως πρέπει κι ας μύρισαν οι πρώτοι λεμονανθοί. Ή σοκο...