Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Σπίτι

   
  "Σε ένα λεπτό πώς μου μαυρίσαν οι πούστηδες;" την ακούω να λέει μέσα από την κουζίνα. Η μητέρα μου φτιάχνει κουραμπιέδες και μάλλον τους ξέχασε λίγο παραπάνω στο φούρνο. Το λατρεύω αυτό, όταν την ακούω στην κουζίνα να μονολογεί μαγειρεύοντας. 
  Τρελαίνομαι γι αυτά τα καθημερινά πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι, που φαίνονται συνηθισμένα αλλά από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία τόσο μοναδικά. Οι μυρωδιές, οι ντελικάτες, μικρά θαύματα που γεννιούνται μέσα στην κουζίνα...Σπίτι. Σπιτίλα.. 
     Εχτές στο διάλειμμα του σινεμά κρυφάκουγα την κουβέντα μιας οικογένειας που καθόντουσαν πίσω μου. Ο πατέρας μιλούσε για μια σκηνή της ταινίας στην κόρη του, και από τα λόγια του, από την προσπάθειά του να της την εξηγήσει όσο πιο απλά μπορούσε, ξεχυνόταν τόση αγάπη που κατέκλυσε ακόμα και μένα κάνοντάς με να θέλω να πάρω τηλέφωνο το μπαμπά μου και μετά όταν γυρίσω να δω το  "Δεσποινίς Διευθυντής" με τον Παπαγιαννόπουλο που κάνει το χαζομπαμπά και λέει συνέχεια "ενοχλώ; δεν ενοχλώ, άμα ενοχλώ να φύγω". 
     Κι αν σκεφτείς ότι όλοι αυτοί οι γονείς έχουν θυσιάσει τη χαρά της ανευθυνότητας, της αδεκαρίας, της μοναξιάς και της σάχλας χωρίς κανένα δισταγμό, για το υπόλοιπο της ζωής τους, είναι μεγάλοι ήρωες και όλα τα υπόλοιπα πράγματα χάνουν την αίγλη τους μπροστά τους.

Μπουμπούκι και κάλτσα

Πατήστε play και μετά διαβάστε   

  Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια τριανταφυλλιά. Σχεδόν όλα τα τριαντάφυλλά της είχαν ανοίξει πλήρως τα φύλλα τους, και καμάρωναν τα βελούδινα κόκκινα φορέματά τους, που έμοιαζαν με κουρτίνες πολυτελούς θεάτρου. Οι μέρες ήταν ηλιόλουστες, υπέροχες, ιδανικές για να ζήσουν αυτές τις στιγμές της ζωής τους. 
    Και άπλωναν το άρωμά τους και το σύγκριναν το ένα με το άλλο, και με περηφάνια κερνούσαν ένα και δυο σφηνάκια άρωμα τους περαστικούς που έφευγαν μεθυσμένοι και καθαρισμένοι. Ήταν μια ολοκλήρωση της ύπαρξής τους, όχι όμως και για το μπουμπουκάκι τριανταφυλλάκι το οποίο για κάποιον αναθεματισμένο λόγο δεν είχε ανοίξει. 
     Οι περισσότερες μεγάλες τριανταφύλλες το ρωτούσαν γιατί δεν άνοιγε και κάποιες άλλες λίγο πιο ευγενικές  απλά το σκεφτόντουσαν. Το μικρό μπουμπούκι είχε κουραστεί. Είχε κουραστεί από όλα αυτά τα βλέμματα λύπησης και συμπάθειας, ακόμα και οι άνθρωποι και οι μέλισσες, ακόμα και τα μυρμήγκια έκαναν την ίδια ερώτηση... λες και ήξερε την απάντηση... λες και δεν αναρωτιόταν και το ίδιο... Τί έχει πάει διαολεμένα στραβά... Όπως η κάλτσα. 
     Ναι μπορεί να ακούγεται λίγο άσχετο αλλά καθόλου άσχετο αν σκεφτείς τί της είχε συμβεί... Είχε χάσει το ταίρι της. Όλες οι κάλτσες στο συρτάρι, είχαν βολευτεί η καθεμιά με το ταίρι της, τακτοποιημένες, ζέσταιναν μαζί τα κρύα πόδια, βρωμούσαν και έζεχναν μαζί μέχρι αηδίας, μετά όμως μαζί έκαναν μπάνιο στο πλυντήριο, απίστευτο γέλιο κάθε φορά, το μπέρδεμα, οι σαπουνάδες, μετά στο στέγνωμα. Ατενίζαν μαζί την Ακρόπολη από την ταράτσα η μία δίπλα στην άλλη, τόσο ρομαντικό. Και μετά αγκαλιά στο συρτάρι. Η μοναχική κάλτσα το θυμόταν αυτό γιατί το είχε ζήσει, αλλά μόνο μια φορά...μετά το πρώτο στέγνωμα είχε πιάσει μια μανιασμένη βροχή και είχαν μαζευτεί όλα τα ρούχα όπως όπως και μετά όσο και να έψαχνε στη λεκάνη πουθενά ο κάλτσος. Τι να έγινε...και όμως πρέπει να είναι μέσα στο σπίτι γιατί τον είχαν μαζέψει από την ταράτσα..
    Και τώρα  να..η κάλτσα μόνη στο συρτάρι με τις ταιριασμένες, να μην εκπληρώνει το σκοπό της ύπαρξής της όπως το μπουμπουκάκι...ναι έτσι τελειώνει αυτό το παραμύθι. Γιατί έτσι ακριβώς το ζούνε. Δεν ξέρουν αν η ιστορία τους θα έχει happy ή unhappy end... η άγνοια μοιάζει αιώνια αλλά τόσο η κάλτσα όσο και το μπουμπούκι είχαν αρχίσει περιέργως να πιστεύουν ότι δεν είχε πάει κάτι στραβά, αλλά κάτι είχε πάει ακριβώς όπως χρειαζόταν να πάει. 

Το μυστήριο της Ιμογένης

Να ένα μυστήριο που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει. Ακόμα και αν γνώριζε τη λύση δεν θα μπορούσε ποτέ να την αποδείξει. Θα μπορούσε ...