Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Σκεπτοθύελλα Αποκριάτικης Νυκτός


   Οι άνθρωποι κινούνται περισσότερο από όσο χρειάζεται και από εκεί ξεκινούν τα μεγαλύτερα προβλήματα αυτού του πλανήτη. Οι περισσότεροι δεν κάθονται σε μια γωνιά ήσυχοι και τώρα που μπορούν να κινούνται και ψηφιακά, κάνουν ακόμα περισσότερες κουτσουκέλες.
   Οι άνθρωποι, από την αρρωστημένη μανία τους να τα αλλάζουν όλα, έφτασαν στο αποτρόπαιο στάδιο του να επινοήσουν τη γραφειοκρατία για να υποκαταστήσουν υποσυνείδητα και  κακήν κακώς την ανάγκη τους για τελετουργία λες και οι δυσκολίες του απλά-να-ζεις δεν ήταν αρκετές.
  Οι άνθρωποι, αυτά τα σιχαμένα βακτηρίδια, τις απόκριες ντύνονται συνήθως σαν άλλοι άνθρωποι, λες και αυτό θα μπορούσε ποτέ να αλλάξει κάτι στην φριχτά εισερχόμενη αλήθεια: ότι η ανθρώπινη λαίλαπα, αυτή η φλεγμονή της γης, δε λέει να καταλαγιάσει παρά μόνο να υποτροπιάζει ξέρει, με γεωμετρική πρόοδο.
   Και εγώ, σε μια πυκνοκατοικημένη από τις βακτηριδιοφωλιές, συνειδητοποιώ -με χαρά, περιέργως - πως το βιολογικό μου ρολόι τουαλέτας συμπίπτει με το ρολόι κάποιου από τον πάνω όροφο, γιατί όποτε χρησιμοποιώ το δωμάτιο αυτό, δεν ξέρω πώς διεάολο τυχαίνει και σημαίνει σαν καμπάνα το καζανάκι του από πάνω. Φρρρρ οι καταρράχτες, ο ήχος της λύτρωσης και της κάθαρσης μαζί, με λίγο ριβέρμπ, καθότι έρχεται από το παράθυρο του φωταγωγού, προκαλώντας λίγο, έτσι, αυτό το νανοσυναίσθημα θαλπωρής - ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτό τον κόσμο - είναι και άλλοι σαν και μένα σ'αυτή φωλιά που κάνουν παρόμοια πράγματα - και έχουν τις ίδιες ανάγκες (Νούμερο 1 και νούμερο 2) - τις ίδιες ώρες! συγκινητικό κάπως.
    Γιατί με κάνει και συνειδητοποιώ πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι, καλώς ή κακώς, είμαστε καλωδιωμένοι ο ένας με τον άλλο, με καλώδια που δεν βλέπουμε γι αυτό και δε το συνειδητοποιούμε. Είμαστε ασύρματα και αθεράπευτα συνδεδεμένοι. Το ίντερνετ δεν είναι παρά η δυνητικοποίηση αυτής της σύνδεσης που έπρεπε να γίνει με κάποιο τρόπο ορατή γιατί το νιώθαμε πως υπάρχει απλά δεν ξέραμε πώς να το εκφράσουμε. Μέσα στο ασανσέρ, σε μια ουρά στην τράπεζα, στις δημόσιες υπηρεσίες και στο λεωφορείο, όσο απρόσωποι και αν προσπαθούμε να φανούμε, όσο χαμένοι και κουκουκλωμένοι στον μικρόκοσμό μας κι αν νομίζουμε πως είμαστε, θα είμαστε πάντα κοινωνοί αυτής της συλλογικής πίτας, θέλουμε δε θέλουμε.
    Η πράξη του ενός θα φτάσει στον άλλο πιο γρήγορα και από την ταχύτητα του φωτός και οι πράξη του άλλου θα φτάσει σε εμάς, θα έρθει μεταμφιεσμένη η ίδια μας η πράξη πίσω σε μας, όπως όταν βρισκόμαστε μέσα στην πισίνα και κάποιος κατουράει στην άλλη άκρη. Είναι τόσο χαζό να ενεργούμε και να σκεφτόμαστε σαν να μην ανήκουμε σε ένα όλο, τη στιγμή που τα ίδια τα κύτταρά μας ανήκουν σε ένα όλο (το σώμα μας) και δε διαμαρτύρονται. Η γνώση του ενός θα περάσει και στους άλλους, το συναίσθημα του ενός θα φτάσει και σε όλους τους υπόλοιπους κοινωνούς του όλου και θα εδραιωθεί στο DNA όλων, θα καταγραφεί σαν εμπειρία και ας είναι κλειστές οι πόρτες στους ορόφους των πολυκατοικιών, και ας κάνει ο ένας γείτονας τάχα μου δήθεν ότι δεν είδε τον άλλο στο σούπερμάρκετ υποδυόμενος ότι έψαχνε τα δημητριακά.
    Το καλό είναι ότι στο ίδιο όλο, στο ίδιο σώμα που πλαισιώνουμε σαν κύτταρα, είναι και τα λουλούδια, τα ζώα, οι πέτρες, τα ποτάμια ακόμα και το σάντουιτς που έφαγες χτες, ακόμα και οι στρουθοκάμηλοι, αυτά τα ξεκαρδιστικά κωμικά πουλιά που μπορούν να σου τσιμπήσουν το παπιγιόν σε χρόνο μηδέν.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες - Ντράκυλα (μέρος β')

... Και πάνω που τα σενάρια στο μυαλό μου φούντωσαν η γυναικεία κραυγή μετατράπηκε σε γέλια αγοριών που έπαιζαν και κορόιδευαν το ένα το άλλο και η καρδιά μου ήρθε στη θέση της. Για μια ακόμη φορά διαπιστώνω ότι οι φωνές των μικρών αγοριών βρίσκονται στις ίδιες συχνότητες με των γυναικών όπως και ότι μερικοί άντρες μοιάζουν με γριές. Τα βήματα του Μοναχικού Δίποδου ακούστηκαν πιο κάτω και φάνηκε η σκιερή φιγούρα του να μυρίζει τα γιασεμιά που κρέμονταν από τα κάγκελα μιας αυλής. Όμορφα. Δεν είναι κατά συρροή δολοφόνος γυναικών αλλά μάλλον ένας απλός μυριστής της νύχτας.
Το ταξίδι στην πόλη συνεχίστηκε. Περπατήσαμε πάρα πολύ, αχόρταγα φτάναμε τους δρόμους μέχρι το τέλος τους μέχρι που ένας γδούπος έσπασε το ρυθμό των βημάτων. Ήμουν εγώ που στην προσπάθειά μου να μην τον χάσω από τα μάτια μου, μπέρδεψα τα πόδια μου και σωριάστηκα κάτω με τα χέρια στην άσφαλτο. Μέχρι να τινάξω τις παλάμες μου και τα γόνατά μου περίμενα ότι θα τον είχα χάσει. Όμως όχι. Εκείνος είχε σταθεί ακίνητος χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει. Σαν να περίμενε να αφουγκραστεί την επάνοδό μου. Προφανώς περίμενε εμένα. Ήξερε πως τον ακολουθούσα. Πρέπει να το ήξερε αρκετή ώρα τώρα. Πόση άραγε; Νόμιζα ότι ήμουν προσεκτική. Περίμενα ότι θα νευρίαζε ή θα μου έλεγε κάτι, όμως όχι. Όταν σηκώθηκα, κίνησε κι αυτός μπροστά, σαν να ήταν η μηχανή του τραίνου.
Τον ακολούθησα λίγα βήματα ακόμα, αλλά όταν σκέφτηκα την κατάσταση ντράπηκα, τρόμαξα, φοβήθηκα, απόρησα με τον εαυτό μου που βρήκα το κουράγιο να ακολουθήσω τόση ώρα έναν ξένο άνθρωπο μέσα στο βράδυ. Γύρισα σπίτι χωρίς να έχω μετανιώσει για τη μικρή περιπέτεια, αλλά αποφασίζοντας να μην ξανακάνω κάτι τέτοιο.
Δεν πρέπει να πέρασαν πάνω από δύο λεπτά από τη στιγμή που εναπόθεσα το καλοκουρασμένο μου κορμί στο κρεβάτι και ο ύπνος με πήρε στα πιο βαθιά του στρώματα. Τότε είδα αυτό το όνειρο. Όλα ήταν λέει άσπρα, ένα άσπρο κενό. Ο νυχτερινός περιπατητής είχε βάλει πλώρη για ευθεία μπροστά, όμως σε έναν τεράστιο νοητό καθρέφτη το είδωλό του ερχόταν πίσω, δηλαδή κατά πάνω μου αδυσώπητα, σπάζοντας εκκωφαντικά μια-μια τις βιτρίνες μπροστά μου σαν οδοστρωτήρας. Κρόου κρίουυυυ κατεδαφίζονταν ολόκληρα τα γυάλινα κτίρια. Ξύπνησα με γουρλωμένα μάτια με μια έξαψη που είχα χρόνια να νιώσω. Όχι τρομαγμένη έξαψη. Μάλλον έμπνευση! Το μυαλό μου άδειασε από τις μίζερες σκέψεις που είχαν μαζευτεί σαν παχουλό κατακάθι του καφέ και ανάπνεε. Μια ιδέα σαν μανιτάρι! Να ψάξω να τον βρω. Να τον ακολουθήσω όπου πάει.
Την επόμενη κιόλας πήγα στο πάρκο από όπου είχαμε περάσει χτες και όπου είχε σταθεί περισσότερο από οπουδήποτε για να μυρίσει μια συγκεκριμένη νεραντζιά που μύριζε πραγματικά πιο ωραία από οτιδήποτε έχω μυρίσει τα τελευταία χρόνια. Μόνο αυτή! Όχι οι διπλανές της! Ήταν ανοιχτό το μέρος και είχα ένα ευρύ οπτικό πεδίο για να ψάξω. Στήθηκα από νωρίς και περίμενα. Και φάνηκε, ταχύς ήρθε από την κεντρική είσοδο. Με αντιλήφθηκε από μακριά. Σταμάτησε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και συνέχισε. Τον ακολούθησα όπως το πεινασμένο πούμα ακολουθάει τη λεία του. Η διαδρομή ήταν σχεδόν η ίδια, κάναμε πάλι μια μικρή καμπύλη και μετά βγήκαμε στον ίδιο δρόμο με χτες μέχρι το τέρμα του, σε μια αραιοκατοικημένη περιοχή. Ο δρόμος σε εκείνο το σημείο κοβόταν και ακολουθούσε ένα πολύ μικρό ποτάμι με καλαμιές, βρώμικο, τσαλακωμένο, περιφρονημένο και αυτός στάθηκε εκεί. Έμεινα αρκετά πίσω γιατί φοβόμουν και περίμενα. Αλλά παρέμεινε έτσι, να κοιτάει το ποταμάκι. Μετά κάθισε σε μια άκρη και κοιτούσε το ποτάμι χωρίς ποτέ να κοιτάξει πίσω του. Ίσως είχε κουραστεί. Κουράστηκα να περιμένω και εγώ και έφυγα.
Η άρρητη και αμίλητη μυστκή συμφωνία μας ήταν ραντεβού στις 8μιση στη νεραντζιά, κανείς δεν αργούσε. Εγώ πάντα λίγο πιο νωρίς (εγώ πιο νωρίς;σπάνιο!) και αυτός περνούσε μπροστά, πάντα στη ώρα του σαν το μετρό.
Θα αναρωτιέται κανείς γιατί δεν του μιλούσα. Και εγώ αναρωτιέμαι, απλά αυτό μου υπαγόρευσε ο εαυτός μου, η διακριτικότητά μου γιατί είμαι και πολύ διακριτική παρότι περίεργη, αυτό μου υπαγόρευσε η ακατάληπτη γλώσσα του σώματος, είχε κάτι το απρόσιτο που δεν μπορούσα να το προσπεράσω και το σεβάστηκα. Δεν του μίλησα.
Το κριτσάνισμα των παππουτσιών μου στην άσφαλτο έγινε η νούμερο 1 μελωδία μου. Η απαραίτητη τροφή για τα αυτιά μου. Άνοιξε ένας διακόπτης στο μυαλό μου. Σαν μια μουσική που κάνει τη ζωή σου να μοιάζει με ταινία, ότι όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα ότι κάθε πράξη μου επηρεάζει τη ροή της ιστορίας, ότι είμαι ένα απαραίτητο σκατολοίδι στην πορεία αυτού του παράξενου κυττάρου που λέγεται σύμπαν.
Έγινε η καθημερινή μου απασχόληση. Ακύρωνα ραντεβού και συνεντεύξεις που είχα κανονίσει εβδομάδες πριν. Χάθηκα από τους φίλους. Έχασα κιλά και ένιωθα πιο πολύ το σώμα μου και τις ανάγκες του. Δεν πεινούσα τόσο πια. Πλακουτσοί μύες αναθάρρήσαν περήφανοι. Απέκτησα ένα σθένος που μου έλειπε. Που ήξερα ότι το είχα αλλά είχε θαφτεί κάπου ανάμεσα στις τυρόπιτες και το ίντερνετ.
Κάθε βράδυ ανακάλυπτα νέες ομορφιές, νέες μυρωδιές, καταλάβαινα τις αλλαγές του ένα μήνα από τον άλλο, στις πιο μικρές του λεπτομέρειες, στα δέντρα, που έριχναν τα φύλλα τους και μετά άνθιζαν, στα αστέρια, στον ουρανό, στους ανθρώπους και στα ρούχα που έβαζαν και μετά έβγαζαν. Αφού δε μιλούσαμε και ποτέ, έχοντας πάντα μια απόσταση ασφαλείας 20 μέτρων περίπου, είχα πάρει μαζί μου μουσική να ακούω. Κάποιο από τα κομμάτια που άκουγα είχε συμπέσει ακριβώς με το ρυθμό περπατήματος του Ντράκυλα. Όταν πήγα σπίτι βρήκα πως ήταν 122 bpm. Το έβαλα και άλλες νύχτες και ήταν πάλι μέσα στο τραγούδι. Την επόμενη πήρα τον μετρονόμο μου μαζί από περιέργεια και διαπίστωσα πως ο άνθρωπος είχε ''εντοιχισμένο'' μετρονόμο σταθερά στα 122, εκτός βέβαια από τις μικρές αναγκαστικές στάσεις σε μύρισμα λουλουδιάνω, φανάρια κτλ.
Μύριζα τα ίδια δέντρα που ευλαβικά σταματούσε να μυρίσει ο Ισχνός Οδηγός μου. Αυτή η ιεροτελεστεία είχε γίνει και για μένα πλέον ιερή και σαν καλή μαθήτρια ήξερα από πριν πια, που σταματάμε και προετοιμαζόμουν. Τρελαινόμουν να βλέπω μέσα στα σπίτια τα φωτισμένα που έχουν αφήσει ανοιχτές κουρτίνες, μια βιβλιοθήκη, κάποιος έπαιζε πιάνο, κάποια μαγείρευε κάτι λαχταριστό, μίνι επισκέψεις στις ζωές ξένων ανθρώπων, πίνακες στους τοίχους και στοργικά φωτιστικά που ζέσταιναν με θαλπωρή το χώρο, ξυπνώντας μέσα σου την ανάγκη για φώλιασμα. Μετά φτάναμε πάντα στην αραιοκατοικημένη περιοχή, στο ποτάμι όπου πάντα ο Αεικίνητος σταματούσε και τον άφηνα επιστρέφοντας σπίτι.
Όλα μαγικά άλλαζαν προς το καλύτερο. Η ζωή μου είχε ανθίσει και ήμουν συγκεντρωμένη και διαυγής. Δεν φοβόμουν, είχα τη μυστική μου δύναμη, το δάσκαλό μου. Προτάσεις έπεφταν από παντού για δουλειά. Μάλιστα μου τηλεφώνησαν από τη δουλειά που πάντα ήθελα όμως ήταν σε άλλη πόλη. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψω τις περπατονύχτες με τον Ντράκυλα. Ήταν ένα μεγάλο δίλημμα και η αλήθεια είναι ότι πλεόν λίγο με ενδιέφερε να «αποκατασταθώ επαγγελματικά». Από την άλλη όμως μια τέτοια αλλαγή θα ήταν κίνηση και οποιαδήποτε κίνηση ήταν πρόκληση και ζωή για μένα. Έτσι πήρα την απόφαση να φύγω και να φτιάξω και εγώ μια δική μου φωλιά, ζεστά φωτισμένη γεμάτη βιβλία και σπιτικές μυρωδιές όπως αυτές που ζήλευα και παρατηρούσα στις μεγάλες βόλτες. Θα συνέχιζα βέβαια να περπατάω.
Έτσι έγινε. Έπρεπε αμέσως να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω την ίδια μέρα, πριν προλάβω καν να χαρώ μια αποχαιρετιστήρια Ντρακυλοβραδιά. Προσγειώθηκα στη νέα πόλη και στη νέα δουλειά νιώθοντας το ίδιο δάγκωμα στην καρδιά με εκείνο της βουτιάς από ψηλά σε κρύα νερά. Βρήκα ένα μικρό διαμέρισμα με ζεστό ξύλινο πάτωμα και το γέμισα βιβλία και πίνακες, φωτιστικά και μπιριμπιλόνια.
Οι πρώτοι μήνες της προσαρμογής ήταν δύσκολοι και ο χρόνος δεν έφτανε ούτε καν για να σκεφτώ αν είχε αντιληφτεί την απουσία μου ο Ντράκυλα. Γυρνούσα στο σπίτι, χώμα από τη δουλειά σαν κάλτσα ποδοσφαιριστή και τις λίγες ώρες που απέμεναν, ταίριαζα και ξαναταίριαζα το σπίτι μου. Μόνο όταν έπεφτα για ύπνο κλώτσαγε μέσα μου η ανάγκη του περπατήματος σαν τίγρης στο κλουβί. Όμως το κουρασμένο μυαλό μου έκλεινε τα μάτια μου και άλλη μια μέρα έφευγε απερπάτηστη.
Πέρασαν μήνες και προσαρμοζόμουν όλο και περισσότερο στις νέες συνθήκες. Μερικά βράδια πήγα για περπάτημα αλλά δεν είχε κάποιον ενδιαφέρον άνθρωπο να ακολουθήσω. Κανείς δεν έκανε τις μεγάλες ατέλειωτες βόλτες του Ντράκυλα και αυτό με στεναχωρούσε. Η νέα πόλη ήταν όμορφη αλλά ήταν ζωντανή μόνο τις ώρες καταστημάτων. Μετά νέκρωνε, όλοι γυρνούσαν στις φωλιές τους καταναλώνοντας όσα πρόλαβαν να πάρουν τις ώρες καταστημάτων. Και εγώ μαζί. Άρχισα να παραμένω σπίτι αφομοιώνοντας πάλι όγκους κινηματογραφημένης κίνησης, ταινίες δράσης για να αναπληρώσουν τις χαμένες νύχτες περπατήματος. Η τίγρης σταμάτησε να κλωτσάει και στη θέση ήρθε μια αράχνη να πλέξει ένα χοντρό κουκούλι ματαιότητας γύρω μου. «Ε και;» ήταν η απάντηση στις περισσότερες σκέψεις μου και τώρα ήταν χειρότερα γιατί είχα αυτή την εργασιακή ασφάλεια που μπορεί πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι η αβεβαιότητα να σε μεταμορφώσει σε ένα άδειο σακί χωρίς συνείδηση.
Είδα τον εαυτό μου σιγά σιγά να αποκτάει ένα είδος εγωισμού που δεν είχα συνηθίσει, μίλαγα πολύ περισσότερο στις συζητήσεις αλλά δεν τα πίστευα όλα τόσο και όταν γυρνούσα σπίτι αναρρωτιόμουν αν όντως τα ένιωθα. Φαίνεται πως αν δεν επιβεβαιώνεις στον εαυτό σου καθημερινά, με τον τρόπο ζωής σου μια ιδέα, έρχεται κάποια στιγμή ποτ ούτε ο ίδιος πείθεται.
Ήξερα ότι είναι σωστό να με ενδιαφέρουν οι άλλο άνθρωποι αλλά δε με ενδιέφεραν και όταν το τηλέφωνο χτύπησε ένα μεσημέρι Κυριακής σε ένα γεύμα με τους νέους φίλους μου, σπίτι μου και ήταν άλλη μια διαφημίστρια τηλεφωνικής εταιρείας, έκανα μια μίνι επίδειξη των αυτοσχεδιαστικών μου ικανοτήτων με έναν τρόπο που μου άφησε άσχημη γεύση μετά, όταν έμεινα μόνη μου. Δεν περίμενα όταν τη ρώτησα «Σας αρέσει η δουλειά σας;» να μου απαντήσει «ναι και βέβαια μου αρέσει, γιατί να μη μου αρέσει». Ένιωσα ότι τελικά θέλει πολύ περισσότερη δύναμη απ’ ότι νόμιζα για να μη με καταπιεί η άνεση που είχα αποκτήσει. Μήπως να ανησυχήσω γι αυτό ή να δω την ταινία που είχα βάλει να κατεβαίνει; και έκανα το δεύτερο.
Το βράδυ ήταν σάπιο και με πήρε ο ύπνος με ένα πακοτίνι στο μάγουλο και την οθόνη με το στόμα ανοιχτό να με καταβροχθίζει με βαρυσήμαντους αμερικανοδιαλόγους. Κάποιες στιγμές σαν να άκουγα ένα τρίξιμο στο μέσα δωμάτιο αλλά ήμουν τόσο κουρασμένη να πάω να δω. Μετά από λίγο να σου πάλι το τρίξιμο, σαν να ήταν από το μπαλκόνι που όμως είναι ψηλό, αποκλείεται να ανέβει κάποιος, χαλάρωσε και κοιμήσου έμοιαζε να μου λέει ο Μόργκαν Φρίμαν μέσα από την ταινία που έπαιζε. Μετά όμως ένα σπάσιμο τζαμιού με έκανε να κοκαλώσω με έναν κρύο ιδρώτα να με λούζει σαν κινέζικο βασανιστήριο. Έχοντας προσφάτως δει ένα ντοκυμαντέρ για το πώς να αντιδράς όταν βλέπεις αρκούδα, ενστικτωδώς αντέδρασα έτσι ακριβώς, κάνοντας την ψόφια. Περίμενα, περίμενα να ακουστεί ένας νέος ήχος, μια νέα πληροφορία, όμως τίποτα και έτσι σηκώθηκα αρπάζοντας το τηλεκοντρόλ σαν όπλο, για άγνωστο λόγο, και πατώντας το προαναφερθέν πακοτίνι που έπεσε πάνω στο χαλί πλησίασα στο μέσα δωμάτιο και στο πάτωμα είδα όντως σπασμένα τζάμια και μια πέτρα με ένα σημείωμα. Το άνοιξα και έγραφε:
«ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ, ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΟΣΑ ΛΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ».
Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα κάτω στο δρόμο. Στο τέλος του δρόμου σε ένα ημιφωτισμένο υγρό δρομάκι το γερακίσιο μάτι μου αντιλήφθηκε κίνηση και ήταν μια γνωστή φιγούρα. Ήταν αυτός! Ναι αυτός ο Ντράκυλα! Τι δουλειά είχε εδώ και τι ήταν αυτό το τεράστιο πράγμα που κρατούσε στα χέρια του; Βλέπω καλά; Ένα γιγάντιο σαλάχι στην αγκαλιά του, ντυμένο με ακριβά ρούχα ράπερ και χρυσή καδένα. Όπα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αυτό το σαλάχι παραείναι καλοντυμένο για να είναι αληθινό, η υπόθεση βρωμάει όνειρο. Και ξύπνησα. Ήταν όμως τόσο μα τόσο αληθοφανές που πήγα τρεμάμενη με όλες τις τρίχες όρθιες, (ακόμα και το χαλί είχε αναμαλλιαστεί συμπάσχοντας). Όμως όλα ήταν κανονικά, το τζάμι στη θέση του. Η καρδιά μου ακόμα βάραγε σαν νάιτ κλαμπ. Ήταν το δεύτερο όνειρο που έβλεπα με αυτόν τον άνθρωπο και πάλι το ένιωθα σαν – ίσως ήταν - όραμα. (εκτός από το σαλάχι). Ήταν ένα χτύπημα, μια φωτονιακή ενδοεπικοινωνία με τον Ντράκυλα! Ή αν θέλουμε να το δούμε λιγότερο μεταφυσικά ήταν ο εαυτός μου που είχε σιχαθεί αυτό που γινόταν και ήθελε να επιστρέψει στην τιγρίσια φύση που ο κινούμενος δάσκαλος μου είχε ξυπνήσει.
Κατάλαβα ότι μόνο αν κινούνται όλα τα επίπεδα της ύπαρξής μου μπορούν να επιβιώσουν. Οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση στην κονσόλα του εαυτού θα ήταν λάθος, θα έχασκε. Η κίνηση είναι η λέξη κλειδί εδώ. Η κίνηση σαν πανάκεια, το μυστικό της αθανασίας, το Α και Ω της ύπαρξης, η μίμιση του ποταμού που είναι αιώνιος, των ουράνιων σωμάτων και της ζωής γενικότερα είναι αυτή. Η κίνηση. Η κίνηση του μυαλού, η κίνηση του πνεύματος, η κίνηση των συναισθημάτων. Αλλά πρώτα πρέπει να κινηθείς σωματικά. Αυτό έγινε το μανιφέστο μου.
Το κίνημά μου. Έφτιαξα μια αφίσα.
“Νυχτερινοί Περπατητές.
Δε χρειάζονται λόγια, ούτε λεφτά, μόνο δύο πόδια.” Ενθουσιάστηκα με το σλόγκαν και τις φανταστικές ικανότητές μου στο μάρκετινγκ.
Δε μπορεί! Μέσα σε αυτή την πόλη γεμάτη λίπος και υγρασία κάποιοι άνθρωποι θα είναι σαν και μένα. Θα ψάχνουν και αυτοί έναν τρόπο να αναστηθούν! Είχα ένα προαίσθημα ότι θα έρθει κόσμος. Θα γίνει χαμός!
Στο σημείο συνάντησης που όρισα και ήταν πολύ ξεκάθαρο, τελικά ήταν μόνο ένας τύπος με γκρίζα αραιά μαλλιά, γύρω στα 60 και ένας σκύλο. Με ρώτησε:
«Είσαι για την αφίσα;»
«Ναι εγώ την έκανα»
«Ήρθα λίγο νωρίς» είπε.
«Θα έρθετε;»
«Ναι, υπάρχει πρόβλημα να έρθω;»
«Όχι. Όχι βέβαια. Ας περιμένουμε λίγο.»
Πέρασαν 25 λεπτά αμήχανου διαλόγου και αναμονής. Όχι δεν είμαι από δω, ναι έχει υγρασία, ναι ίσως βρέξει γι αυτό δεν ήρθαν άλλοι. Ο σκύλος είναι της γειτονιάς αλλά πάντα του έκανε παρέα όποτε έβγαινε βόλτα, γι αυτό χωρίς λουρί. Μετά με ρώτησε εύλογα:
«Πώς σου ρθε αυτό εσένανε;»
Του είπα απλά ότι αυτή η πόλη δεν έχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει κανείς, ότι μου έλειπε η κίνηση και ότι είναι ωραίο να τη μοιράζεσαι. Και αφού το έφτιαξα λίγο στο μυαλό μου, μετά από μικρή παύση του είπα: «Το έχω δοκιμάσει και σε άλλη πόλη. Θέλει όμως γρήγορο περπάτημα, χωρίς πολλές στάσεις».
«Ναι. Οπωσδήποτε.» είπε κλείνοντας τα μάτια του για να δώσει έμφαση στο «οπωσδήποτε», μια κίνηση που μου φάνηκε τόσο παιδική και αμέσως τον συμπάθησα.
«Εγώ ήρθα, γιατί είδα την αφίσα και μην κοιτάς τώρα, εγώ περπατούσα πολύ. Πήγαινα από χωριό σε χωριό, όλα απάνω τα γύρναγα.»
Ο σκύλος είχε κουραστεί και ρουθούνιζε «άντε τι κάνουμε;». Είχα αρχίσει και απογοητευόμουν που δεν έρχονταν και άλλα άτομα. Που είναι οι ορδές από ορεξάτους νυχτοπερπατητές που είχα φανταστεί να κατακλύζουν την πόλη. Τόσο πεζή είναι η πραγματικότητα; Ή μάλλον τόσο «καθόλου πεζοί;»
Τέλος, του είπα:
«Ας περιμένουμε 5 λεπτά ακόμα και αν δεν έρθει κανένας το αφήνουμε ε;» «Τι αφήνουμε; Εσύ δε μου έλεγες τώρα ότι σου λείπει το περπάτημα;»
«Ναι έχετε δίκαιο. Ναι, ας πάμε. Πάμε τώρα. Δεν νομίζω να έρθει κανείς άλλος.»
«Και που θα πάμε;»
«Θέλετε να προτείνετε εσείς που ξέρετε και την πόλη;»
«Α! Ξέρω ναι, να πάμε στο βοτανικό κήπο είπε, είναι πολύ ωραία εκεί να δεις πώς μυρίζουνε τα βότανα!»
Ξεκινήσαμε χωρίς να πολυμιλάμε και ευτυχώς περπατούσε αρκετά γρήγορα.
«Το όνομά σας δεν μου είπατε»
«Γεράσιμος» είπε.
Ένιωθα αρκετά άβολα στην αρχή, κυρίως γιατί δεν είχαμε και πολλά να πούμε. Και ίσως δεν χρειαζόταν. Επιπλέον ήταν και ένας παράφορος μυριστής όπως ο Ντράκυλα αφού διάλεξε το Βοτανικό Κήπο και αυτό μου φάνηκε πολύ καλό σημάδι.
Τελικά παρά την έλλειψη του κόσμου η βόλτα αποδείχτηκε πολύ αναζωογονητική και μυρωδάτη. Τόλμησα να ξαναβάλω την αφίσα μετά από μια βδομάδα όταν ένιωθα να ξανακυλάω στο λαπά της καθημερινότητας. Πρόσθεσα το «Κάθε μέρα στις 21:00». Θα το κάνω κάθε μέρα σκέφτηκα και όποιος θέλει ας έρθει. Δεν μπορώ να ζήσω αλλιώς. Έστειλα και μήνυμα στο Γεράσιμο και του είπα για το καθημερινό. Μου είπε ότι δεν μπορεί κάθε μέρα αλλά θα ερχόταν σήμερα και όποια άλλη φορά ευκαιρούσε.
Αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Ήρθε ο Γεράσιμος, ο σκύλος του, δύο κοπέλες γύρω στα 19 και ένας καθηγητής πληροφορικής γύρω στα 40. Γνωριστήκαμε, τους εξήγησα για την ταχύτητα, όχι βιτρίνες και χάζεμα. Ο Γεράσιμος τους είπε ότι βοηθάει να έχεις ένα σταθερό γρήγορο ρυθμό. Προσπάθησα να πιάσω τα 122 bpm του Ντράκυλα αλλά ήταν δύσκολο με πολλά άτομα και με κοιτούσαν περίεργα που επιτάχυνα μόνη μου Έτσι αφέθηκα στη συλλογική ταχύτητα.
Γεράσιμος μπροστά, μας οδηγούσε σε ένα εγκατελλειμένο σταθμό τραίνων. Οι κοπέλες έμεναν πίσω στην αρχή. Ο Γεράσιμος γύρισε και με κοίταξε με ένα πολύ φιλικό και καθησυχαστικό βλέμμα και τελικά κάποια στιγμή απορροφηθήκαμε όλοι από το ρυθμό και από την ησυχία της νύχτας. Οι κοπέλες συγκέντρωσαν το βλέμμα τους μπροστά και αυτό με χαροποίησε πολύ. Ο παλιός σταθμός των τραίνων ήταν ένα μαγικό σημείο της πόλης που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε. Είχαν φυτρώσει παντού με θράσσος αυτά τα δυνατά φυτά που σπάνε το τσιμέντο και θα ηθελα να τους μοιάσω. Ένα μοναχικό, γενναίο, παιχνιδιάρικο κελάηδισμα ενός νυχτερινού πουλιού σαν αηδονιού, αντηχούσε στα δέντρα γύρω και όλοι καναμε ησυχία να το ακούσουμε και τα πρόσωπα μας φωτίζονταν από την πανσέληνο και είχαμε όλοι αυτην την έξαψη της ανακάλυψης και ακόμα περισσότερο ο Γεράσιμος που καμάρωνε που μας έφερε. Αυτή η στιγμή φωτογραφήθηκε στο μυαλό μου. Πήγε πολύ καλά.
Την επόμενη να σου πάλι ο Γεράσιμος, ο σκύλος, η μία από τις δύο κοπέλες, ο καθηγητής, τρεις φοιτητές που είχαν εξεταστική και ήθελαν να ξεσκάσουν, συν μια κομμώτρια γύρω στα 45 και εγώ. Βάλαμε οδηγό τον καθηγητή που θα μας πήγαινε στο πιο ψηλό σημείο με την πιο ωραία θέα της πόλης μου λίγοι γνώριζαν. Πράγματι, αφού μας πέρασε από πολύ πολύ στενά δρομάκια, μετά από το σπίτι που γυρίστηκε μια ταινία του ‘50, μετά από το αγαπημένο του σύνθημα σε τοίχο της πόλης “ΟΣΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΠΗΔΑΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΠΗΔΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΤΑ ΒΑΖΟΥΝ -John” καταλήξαμε στο πιο ψηλό σημείο, με θέα όλη την πόλη να τρεμοβολάει τα φωτάκια της. Η βόλτα ήταν γεμάτη ενέργεια και παρατήρησα ήδη μια συναισθηματική λαίλαπα μεταξύ των τριών φοιτητών και της κοπέλας. Αγαπημένη βόλτα..
Την επόμενη σκέτος ο σκύλος του Γεράσιμου, οι δύο κοπέλες, ο καθηγητής, δύο από τους τρεις φοιτητές, η κομμώτρια και δυο φίλες της. Φλερτ μεταξύ της κομμώτριας και του καθηγητή. Ντροπαλότητα μεταξύ φοιτητών και κοριτσιών. Ενδιαφέρον. Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου γυρνόντας σπίτι. Από αυτά τα χαμόγελα φυσικού χυμού ευτυχίας και ευγνωμοσύνης.
Μέρα με τη μέρα εμφανίζονταν καινούρια πρόσωπα, πολλές φορές έλειπαν άλλοι, ο Γεράσιμος ήταν σχεδόν πάντα εκεί. Ο σκύλος πάντα.
Μετά από τρεις μήνες είχε καθιερωθεί και έρχονταν πάντα τουλάχιστο 7-8 άτομα εκτός αν καμιά φορά ο καιρός ήταν αδυσώπητος. Μια από τις αγαπημένες μου φορές ήταν με πολλή βροχή. Κανονίζαμε πλέον και μέσω ίντερνετ τις λεπτομέρειες και πολλές φορές που δεν μπορούσα εγώ, γινόταν ούτως ή άλλως. Σε 6 μήνες το πράγμα ξέφυγε από τα χέρια της μαμάς του και σκίασε σαν αερόστατο όλη την πόλη. Στο χρόνο πάνω φτάσαμε στα 120 άτομα σαν γοργός μίνι επιτάφιος, σαν μικρή διαδήλωση ακόμματη πορευόμασταν περήφανοι. Δεν μιλούσε κανείς. Ήταν μαγικό. Ήμουν στα ουράνια! Με πλησίασαν άτομα από συλλόγους και αργότερα κάποια άτομα με πολιτικές διαθέσεις που τα απομάκρυνα αμέσως ξεκαθαρίζοντας παντού το λόγο ύπαρξης της ομάδας.
Δημιουργήθηκε ολόκληρο κύμα. Έμαθα ότι έγινε και σε μια γειτονική πόλη. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα γιγαντιώθηκε, βγήκε στις ειδήσεις, σε βίντεο, εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και αργότερα σε άλλες χώρες.
Ακόμα και όταν πήρε διαστάσεις που δεν μας άρεσαν, οι αρχικοί και σταθεροί περπατητές είχαμε βρει πλέον τρόπο να ξεφεύγουμε από τα πλοκάμια τους και να συνεχίζουμε ακάθεκτοι.
Κάποια στιγμή γύρισα και στην πόλη μου για διακοπές. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Ντράκυλα, ακόμα και να του μιλήσω είχα σκεφτεί. Είχα σκεφτεί πολλές φορές πώς θα ήταν αν τον ξανάβλεπα. Ανυπομονούσα και είχα τρακ. Να συνεχίζει; Να κάνει άραγε την ίδια διαδρομή; Θα τον βρω 8μιση στη νεραντζιά; Ναι τον βρήκα 8μιση στη νεραντζιά, απαράλλαχτο σχεδόν. Χαμογέλασα και πήγα να τον χαιρετήσω, αλλά και πάλι δεν μου βγήκε. Η ταχύτητά του ήταν καρφί στα 122 και δεν μου έκανε καθόλου καρδιά να τον διακόψω. Τον ακολούθησα. Περάσαμε πάλι από την καμπύλη πάλι από τα γιασεμιά. Δάκρυσα μυρίζοντας τις ίδιες μυρωδιές γιατί αυτές είναι πιο δυνατές των αναμνήσεων από το αναμνησόκουτο. Η καρδιά μου γαργαλιόταν σαν κουτάβι και ένας κήπος από μπουμπούκια δημιουργήθηκε πάνω της μονομιάς.
Γεμάτη έφτασα ξωπίσω του πάλι στο ίδιο σημείο. Το ποταμάκι. Το αγαπημένο του. Γιατί σταματούσε πάντα εκεί; Θα περιμένω για πρωτη φορά όσο χρειαστεί, μέχρι αύριο σαν να μην υπάρχει αύριο. Θα περιμένω μέχρι να φύγει. Οι ώρες περνούσαν και αυτός, ο γνωστός αεικίνητος, ακίνητος τώρα εκεί, κοίταζε το σκοτεινό ποταμάκι μέσα στην ομίχλη σαν σκιάχτρο. Γλυκό αεράκι χόρευε αργά τις καλαμιές. Τα μάτια μου βάραιναν. Ο μέχρι πριν λίγο μαύρος ουρανός ήταν τώρα πιο διαλλακτικός προς τα χρώματα της ανατολής και άρχισε να κάνει πιο πολλή ψύχρα. Κάποια στιγμή ο Ντράκυλα σηκώθηκε όπως κάποιος που παίρνει μια σοβαρή απόφαση. Και άρχισε να περπατάει μέσα στο ποτάμι. Ήταν ιδέα μου; Περπατούσε αργά τώρα μέσα στο ποτάμι, πάνω στο ποτάμι; Δεν μπορούσα να δω μέσα στην ομίχλη. Ήταν αθόρυβος. Τελείως αθόρυβος. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν αλήθεια σας βεβαιώ γι αυτό. Χάθηκε μέσα στο ποτάμι. Έμεινα μόνη να κοιτάζω και εγώ τώρα σαν το σκιάχτρο το σκοτεινό ποταμάκι μέσα στην ομίχλη. Δεν το πίστευα. Δεν μπορούσα να δω αν έβγαζε κάπου. Γύρισα σπίτι με τον ήλιο να ανατέλλει γοργά και σαν να κρυφογελούσε.
Αργότερα, την ίδια μέρα, κοίταξα αυτή τη διαδρομή του Ντράκυλα σε χάρτη. Γκούγκλαρα αυτό το σημείο που τελειωνε και βρήκα ότι όλη αυτή η διαδρομή ήταν παλιά ένα ποτάμι που καλύφτηκε. Το έκαναν δρόμο, το έπνιξαν, το δολοφόνησαν με μπετόν τα βακτηρίδια της γης. Θα ήταν πολύ όμορφο ένα ποτάμι μέσα σε αυτή την πόλη, αν το είχαν καθαρό. Τώρα, το μόνο που είχε απομείνει ήταν αυτό το μικρό κομματάκι, ένα βρώμικο ρυάκι γεμάτο σκουπίδια και ποντικούς στο τέλος του δρόμου, έξω από την πόλη. Ένα ποτάμι με τεράστια ιστορία από την αρχαιότητα, τότε που τα ποτάμια τα είχαν για θεούς και τα δόξαζαν. Ένα ποτάμι με πανέμορφο όνομα και ένα μύθο για το θεό του ποταμού που σταμάτησε λέει τα νερά του για να μυρίσει τα λουλούδια που είχε ερωτευτεί.


(η αφίσα ισχύει)

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ανεμοκρατία

    Ένα κουνούπι έχει γαντζωθεί στο ταβάνι. Έχει γαντζωθεί για τα καλά. Δεν ήξερε. Προσπαθεί τώρα να επιβιώσει σ' αυτό το ανεμοκρατούμενο περιβάλλον του νησιού. Τα παράθυρα και η πόρτα είναι ορθάνοιχτα. Το σπίτι αυτό δεν φοβάται παράνομους επισκέπτες. Έχει προστάτη αυτόν τον αδυσώπητο αέρα που είναι ο βασιλιάς το νησιού, που όλα περνάνε από το χέρι του.
    Αρχίζω, μέρα με τη μέρα, να τον μαθαίνω, να επικοινωνώ μαζί του. Έχει κατά κάποιο τρόπο γίνει ο δάσκαλος μου. Ο δάσκαλος της μουσικής. Είναι πολύ ευαίσθητος με τη μουσική και αυτό είναι ολοφάνερο.Όταν του αρέσει η μουσική τότε δυναμώνει. Και όταν δεν του αρέσει ή δεν είναι η ώρα κατάλληλη τότε πάλι δυναμώνει, αλλά διαφορετικά. Κάπως θυμωμένα.
    Ακούει υπομονετικά και προσπαθεί να μεταφέρει τις νότες σε όλη την πλάση. Συχνά με μια δόση χιούμορ, λεπτή και έξυπνη δόση, όπως μόνο η φύση συνηθίζει. Σήμερα του τραγούδησα ένα απαλό τραγούδι και το εκτίμησε, σφυρίζοντας πίσω.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ανακοίνωση: Άνθρωποι Κεραίες

  

  Συχνά αναρρωτιόμαστε πώς γίινεται και κάποιος σκέφτηκε μια ιδέα που είχαμε και εμείς το ίδιο χρονικό διάστημα και μάλιστα πρόλαβε και την πραγματοποίησε. Και εκνευριζόμαστε. Το μυστικό είναι το εξής: Οι άνθρωποι μπορούμε αν το θελήσουμε να σχηματίσουμε με το σώμα μας μια κεραία που να μαγνητίζει όλων των ειδών τις ιδέες την ώρα που διανύουν με αστρονομική ταχύτητα την τροχιά τους πάνω από τα κεφάλια μας. Να αρπάξουμε στον αέρα όσες περισσότερες μπορούμε από αυτές τις ιπτάμενες εμπνεύσεις που κυκλοφορούν, υψώνοντας απλά τα χέρια μας προς τον ουρανό ελαφρά λυγισμένα με ημιανοιχτά τα δάχτυλά μας. Το θέμα είναι πόση ώρα μπορείς να αντέξεις στη στάση αυτή χωρίς να πονέσεις από την ισχυρή ένταση και χωρίς να ντρέπεσαι τους γείτονες στην ταράτσα του σπιτιού γιατί πρέπει να είσαι σε ένα ψηλό σημείο. Και η αμήχανη στιγμή που βλέπεις ότι και ο γείτονας κάνει την κεραία και υπάρχει ένας έκδηλος ανταγωνισμός για το ποιος θα αρπάξει τις περισσότερες.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες IV - Ντράκυλα (μέρος α')

  
    Η ώρα είναι 6.47 και δεν με παίρνει ύπνος από τις 5. Ένα κενό στο βράδυ μου. Γι αυτό σκέφτηκα πως είναι μια καλή ευκαιρία να γράψω για κάποιον που εδώ και καιρό ήθελα να αναφέρω. Έναν άνθρωπο που πολλά χρόνια περιφερόταν στην γειτονιά και έμαθα ότι τον αποκαλούσαν Ντράκυλα. Και όταν λέω περιφερόταν (και όχι απλά έμενε) είναι γιατί πραγματικά και εγώ, όπως όλοι στην περιοχή, τον πετύχαινα πάντα εν κινήσει, σαν ακούραστο ηλεκτρόνιο, πάντα στο ίδιο τέμπο. Αλέγκρο. Λες και υπάκουγε σε μια παντοτινή εσωτερική μουσική ίσως κλασική, ίσως πιάνο, ίσως κάποιο κονσέρτο του Ραχμάνινοφ. 
   Πάντα νύχτα, πάντα μόνος να οργώνει τους δρόμους. Μπορούσες να αναγνωρίσεις αυτή τη φιγούρα από μακριά, παρότι δεν είχε κάτι το περίεργο. Κι όμως ήταν πολύ ιδιαίτερη μορφή, αρκετά ποιητική. Ρουφηγμένα μάγουλα και γκρίζα σγουρά μαλλιά, κοκαλιάρης αλλά με ένα νευρικό ανάστημα, φαίνεται πώς όλο το σώμα του είχε πλέον προσαρμοστεί σ’ αυτή τη λειτουργία του αεικίνητου δίποδου, πώς περπατώντας τόσο πολύ στη ζωή του, έμεινε πάνω του μόνο ότι ήταν αναγκαίο για να περπατάει.
   Όλοι τον είχαν πετύχει κάπου, όλοι είχαν μια ιστορία γι αυτόν.Έπαθε κλειστοφοβία ή τον παράτησε η γυναίκα του και από τότε δεν έχει σταματήσει να περπατάει, ήταν καθηγητής και τα παράτησε ή ήταν οδηγός ταξί και έπειτα από ένα ατύχημα δεν ξαναοδήγησε ποτέ και πήγαινε παντού με τα πόδια. Αστικοί μύθοι γύρω από έναν αληθινά μυστηριώδη άνθρωπο, έναν πραγματικό άνθρωπο που το πρόσωπό του κανείς ποτέ δεν προλάβαινε να πολυπαρατηρήσει αφού πάντα περνούσε και χανόταν γρήγορα σκυφτός και αγέρωχος μαζί. Παρά το καρπάθιο παρατσούκλι του δεν μπορεί να πει κανείς ότι προκαλούσε φόβο. Αντιθέτως αν τον πετύχαινε κανείς στον δρόμο, ένιωθε κάπως ο τυχερός της ημέρας :«Είδα τον Ντράκυλα χτες βράδυ!» και όλοι με θαυμασμό «Αλήθεια; Που;». Ίσως επειδή ενέπνεε δύναμη αυτή η  στάση ζωής του, η χωρίς καθόλου στάσεις στάση, τόσο διαφορετική απ’ των άλλων ανθρώπων.
   Είχαν περάσει πάνω από τρία χρόνια που δεν τον είχα δει. Τον είχαμε θυμηθεί μάλιστα μια μέρα στο σπίτι και αναρωτιόμασταν τι να απέγινε. Όλοι είχαν καιρό να τον δουν. Ίσως πήγε περπατώντας σε μια άλλη χώρα έλεγαν. Μέχρι εκείνο το βράδυ που γυρνούσα ανταριασμένη σπίτι με την Τσιτάρα (το αυτοκίνητό μου που αγκομαχούσε και έβηχε σε κάθε στοπ). Ήταν η εποχή που είχα πιάσει αληθινό πάτο και περίμενα κάτι, οτιδήποτε να με φτύσει κατά λάθος λίγο πιο ψηλά, ακόμα και έναν όροφο πάνω, αφού πιο κάτω δεν γινόταν. Είχα μάλλον εστιάσει με πολλή προσοχή σε όλα όσα δεν είχα και δεν μπορούσα να έχω, ένας αλάνθαστος τρόπος για να γίνει κανείς εύκολα και γρήγορα δυστυχισμένος.
    Γυρνούσα από μια αρκετά αποτυχημένη συνέντευξη για δουλειά. Είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου το βιογραφικό συν το ότι για κάποιο αναθεματισμένο λόγο άρχισα ένα ηλίθιο λογύδριο για την ειλικρίνεια και την αμεσότητα καθώς και για το πώς η σχέση μου με τη μουσική μπορεί να βοηθήσει στην επικοινωνία με τους πελάτες, πράγματα αρκετά αχρείαστα για έναν πωλητή επίπλων. Η συνέντευξη έκλεισε με την εξής ατάκα του εργοδότη: «ακόμα και αν δε συνεργαστούμε ελπίζω να σε πετύχω σε κάποια ζωντανή εμφάνιση» .
     Περνούσα, λοιπόν από έναν σκοτεινό δρόμο και τα φώτα μου τον φωτογράφισαν σαν άγριο ζώο,  ήταν αυτός! Σίγουρα αυτός με λίγο πιο μακριά και πιο ξασπρισμένα μαλλιά. Ξέχασα όλα τα δικά μου και κάτι πάνω από τις δυνάμεις μου, που μπορεί να λέγεται και περιέργεια (στην καλύτερη περίπτωση) με έκανε να παρκάρω όπως όπως και να κατέβω. Ήταν όντως αυτός, και εγώ, σαν άλλος Πουαρώ, τον πήρα από πίσω. Βασικά είχα σκεφτεί πολλές φορές στο παρελθόν ότι θα έπρεπε κάποιος να τον ακολουθήσει αυτόν τον άνθρωπο μια φορά, να δει επιτέλους που πάει και τώρα ήταν η ευκαιρία μου να λύσω τον γρίφο, να ξεδιαλύνω το μυστήριο της πόλης.
     Αν φοβόμουν; Φοβόμουν πολύ και ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν. Λϊγη ζεστή αδρεναλίνη για να σηκωθώ από το ναδίρ μου. Ο ρυθμός του με λαχάνιασε στα πρώτα κιόλας λεπτά. Ίδρωνα και ξίδρωνα όπως η Τσιτάρα, βγάζοντας μπουφάν, βάζοντας μπουφάν, περνούσα από στενά και παραστενά της περιοχής που ίσως ποτέ δεν είχα περπατήσει παρότι ήταν κοντά μου. Γενικά, υπάρχουν κάποιοι δρόμοι της πόλης που ασυνείδητα τους αποφεύγω όπως ο διάλος το λιβάνι, χωρίς κάποια προφανή αιτία (πχ να είναι επικίνδυνοι ή έρημοι) που πολύ θα ήθελα να τη μάθω και εκείνο το βράδυ ερχόμουν αντιμέτωπη με αυτό το ταμπού μου. 
     Και εγώ, μην έχοντας τιποτα καλύτερο να κάνω στις 8  απόγευμα Πέμπτης, στην αρχή με αρκετές αμφιβολίες και όσο πέρναγε η ώρα πιο θαρρετά, βρέθηκα στην πόλη του Ντράκυλα. Μια άλλη πόλη από αυτή που ήξερα. Ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη  μου με αυτή τη συνειδητοποίηση που όμως δεν πρόλαβε να μείνει για πολύ εκεί όταν ο Μυστηριώδης Περπατίστρας χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Λίγα δευτερόλεπτα μετά μια κραυγή γυναίκας. Ένας σωρός σκέψεις έσπευσαν στο νου μου σαν λευκα αιμοσφαίρια.

συνεχίζεται...

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Αλλαγή;

Νομίζουμε ότι η ανθρωπότητα έχει αλλάξει, ότι ζούμε άλλες εποχές λόγω της τεχνολογίας και όμως αν το σκεφτείς τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει παρά μόνο ίσως αυτό με τους ανθρώπους που μιλάνε μόνοι στο δρόμο και σπάνια πλέον μπορείς να διακρίνεις αν μιλάνε με handsfree ή απλά είναι τρελοί. Αν και το με ποια κριτήρια λέει κανείς τους δεύτερους τρελούς και όχι τους πρώτους είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα που δύσκολα απαντιέται.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ανακοίνωση

Δεν νομίζω ότι είδε κανείς ποτέ έναν οιωνό χωρίς πρώτα να τον χρειαστεί. Ούτε νομίζω όμως ότι οποιοσδήποτε οιωνός είναι απλά τυχαίος.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Μικρές Νυχτερινές Ιστορίες - The moon is made of gold



  Το στόμα της Έμμας ήταν μέσα στο αίμα και αυτό το λογοπαίγνιο ήταν το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο μυαλό του. Τα δόντια, ίσα που ξεπρόβαλλαν από την κόκκινη λιμνούλα, το ρουφηχτήρι σάλιων μούγκριζε σαν λαβωμένος δράκος  και είχε αλλάξει το χρώμα του. Τα χέρια του έτρεμαν ψάχνοντας τα εργαλεία του. Το μπλοκαρισμένο μυαλό του, μια μπλε οθόνη χωρίς καμιά δυνατότητα για ctrl+alt+del. Τις σελίδες από όλα τα ιατρικά βιβλία που είχε διαβάσει σαν να τις φύσηξε ένας αδυσώπητος άνεμος και να τις σκόρπισε από το παράθυρο του μυαλού του. Του καημένου μυαλού του. Πού πήγε αυτή η μαρμάρινη σιγουριά για τον εαυτό του, που είχε με κούραση χτίσει τα τελευταία χρόνια; Οι λεπτές κινήσεις που έκανε μηχανκά, με την ίδια άνεση και σβελτάδα που ένας σουβλατζής τυλίγει τις πίτες;
    Ήταν λάθος του, γιατί έβλεπε όλα αυτά τα καμπανάκια που τόσον καιρό του χτύπαγε ο οργανισμός του ότι κάτι δεν πάει καλά και δεν έκανε κάτι δραστικό. Πριν λίγες μέρες είχε για τέταρτη φορά αγοράσει καινούριο ζευγάρι φτηνά παππούτσια από το κινέζικο μαγαζί, δυο στενά κάτω από το ιατρείο, γιατί πάλι είχε φτάσει στη δουλειά φορώντας παντόφλες. Η πωλήτρια τον είχε πάρει στο ψιλό αυτή τη φορά. Γύρισε πίσω καταντροπιασμένος. Ενώ στην αρχή του φαίνονταν κωμικές οι καθημερινές αφημηρημάδες του, τώρα πλέον τον τρόμαζαν, του κατέβαζαν τα βρακιά από το φόβο, αλλά ακόμα  περισσότερο τον απωθούσε η ιδεά και μόνο να πάει σε κάποιο γιατρό γι αυτό. Και να κάνει τι; Να πάρει κάποιο από αυτά τα φάρμακα; Λες και δεν τα ήξερε αυτά τα φάρμακα.
      Η lounge μουσική και το ζεν περιβάλλον που είχε φτιάξει στο ιατρείο του έμοιαζαν κωμικά τώρα. Κάθε μέρα άκουγε αυτά τα πολύ χαλαρωτικά κομμάτια που όντως τον κάλμαραν και τα σιγορμουρμούριζε καθώς σφράγιζε κουφάλες. Οι γυναίκες ασθενείς συνήθως τα σχολίαζαν πολύ θετικά, όμως αυτή την τραγική στιγμή ακούγονταν πολύ διαφορετικά. Smooth Operator τραγουδούσε βελούδινα η Σαντέ, η αγαπημένη του. Τον ειρωνευόταν ακόμα κι αυτή. Τώρα θα ταίριαζε περισσότερο κάτι από Rage Against the Machine. Δυνατά μπάσα και κραυγές και ένας ρυθμός που θα ταίριαζε με τα βήματα της απόδρασής του. Ίσως αν η Σαντέ τραγουδούσε ένα κομμάτι τους σαν λυσασμένη γάτα: «They say jump you say how high» να ούρλιάζε αφηνιασμένη και σάλια να τρέχουν από το στόμα της με πάθος καθώς έσκιζε τα ρούχα της. Ναι αυτό θα ταίριαζε και θα είχε μεγάλο μουσικό ενδιαφέρον, όμως τώρα έπρεπε να κάνει κάτι άμεσα με το ανοιχτό στόμα-κόλαση.
     Η κοκκινομάλλα Έμμα ωστόσο δεν αντιδρούσε. Τα μεγάλα πράσινα μάτια της  ήταν ήρεμα και σταθερά παρκαρισμένα πάνω από τον προβολέα. Έμοιαζε με πορσελάνινη κούκλα. Δύο τα τεινά: ή  ήταν απλά πολύ ευγενική και ψύχραιμη ή την είχε πιάσει η ένεση και την είχε ακούσει για τα καλά. Η αλήθεια κάπου ανάμεσα. Η ώρα περνουσε και ευτυχώς ήταν η τελευταία ασθενής της ημέρας.
    Έξω, στο μεταξύ, η σκοτεινιά είχε απλώσει. Ήταν η φάση που αρχίζει και βραδιάζει από νωρίς και καταλαβαίνεις ότι το καλοκαίρι είναι πίσω σου και νιώθεις ότι δουλεύεις πιο πολύ αφου ξεκινάς με ήλιο και φεύγεις με φεγγάρι. Σίγουρα ήταν και αυτό το βλέμμα της που τον αποσυγκέντρωνε.
    Το μόνο πλέον δεκανίκι της μνήμης του ήταν η ατζέντα του. Δεν ήθελε ποτέ να ξαναγράψει σε αυτή την βρωμοατζέντα-θρίλερ, γεμάτη από τα βιαστικά μπλε γράμματα του, που αποφάσιζαν την μοίρα του μέχρι το μακρύ μέλλον, λεπτό προς λεπτό. Ήθελε να την κάψει και μετά να πατήσει πάνω στις βρωμερές στάχτες της κι ας ήταν το δεξί του χέρι. Να μπορούσε να έγραφε απλά γι αύριο αυτό:
10:00 να χαθω σ’ αυτό το βλέμμα  της Έμμας
10:30 να βουτήξω στη θάλασσα αυτών των θαυμάσιων ματιών που ήταν πραγματικά έργα τέχνης και να βγω σε κάποιο εξωτικό νησί,
10:50  να μείνω για πάντα εκεί, πίνοντας κοκτέηλ κάτω από το ηλιοβασίλεμα.
Γιατί να μην μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να βρεθούν οι δυο τους κάπου άλλου,σε ένα μπαρ και να τη φλέρταρε με τα αυτοσαρκαστικά αστειάκια του που πάντα έπιαναν; Του έπεφτε μικρή φυσικά αλλά έτσι για τη χαρά του φλερταρίσματος.
Γιατί εδώ έτσι; Γιατί στην κοπελίτσα; Πλέον δεν τολμούσε να την κοιτάξει κάτω από τη μύτη της. Σκέφτηκε για λίγο απλά να τα αφήσει όλα και να φύγει. Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων για τον οδοντίατρο που εγκατέλειψε την ασθενή του ήδη παρέλαυναν στο μυαλό του.  
«χλλμμμλκκχχχ» μουρμούρισε ξαφνικά η Έμμα
«Τι; Θέλεις να πεις κάτι καλή μου;» είπε ο γιατρός κοκκαλώνοντας ολόκληρος. Η μόνη κίνηση πάνω του ήταν μια σταγόνα ιδρώτα που κατρακύλησε από το μέτωπό του πάνω στο λουλουδιαστό μανίκι της. Η Έμμα έβγαλε το ρουφηχτήρι, μπούκωσε νερό και έφτυσε αρκετές φορές στο νιπτηράκι δημιουργώντας κόκκινες ψυχεδελικές δείνες. Ο γιατρός περίμενε σαν στρατιωτάκι αμίλητο, ακούνητο, αγέλαστο. Η Έμμα γύρισε και τον κοίταξε με ένα κοκκινιστό χαμόγελο.
«Έχει πανσέληνο σήμερα» του είπε. Ο γιατρός δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτή την πορφυρή ανακοίνωση και διατήρησε τη στάση ακινησίας.
      Η Έμμα σηκώθηκε με μια κίνηση και τον έπιασε από το χέρι σέρνωντάς τον έξω από το ιατρείο. Αυτός ακολούθησε σαν ανδρίκελο, περπατώντας σαν να είχε ξεχάσει ακόμα και τις βασικές αρχές του περπατήματος. Ανέβηκαν όπως - όπως τις σκάλες προς την ταράτσα της πολυκατοικίας. «Θα το κάνει να φανεί σαν αυτοκτονία» σκέφτηκε ο γιατρός και σαν πρόβατο που πάει στη σφαγή έφτασε μαζί της στην γωνία της ταράτσας, έτοιμος να δεχτεί τη μοίρα του. Η πόλη έμοιαζε κατσιασμένη και τσαλακωμένη από το καυσαέριο, σαν να ανάπνεε μετα βίας όπως ακριβώς και αυτός. Η Έμμα έπιασε απότομα το άκαμπτο γκρι κεφάλι του και με μεγάλη δυσκολία το έστρεψε πάνω από τη θάλασσα των κτιρίων. Το πρόσωπο του γιατρού φωτίστηκε. Ήταν εκεί μια πανσέληνος παχουλή και καλοθρεμμένη που έμοιασε να του χαμογελάει με κατανόηση, σαν παλιά καλή φίλη. Όπως η Έμμα. Ένιωσε ότι είχαν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που κοίταξε αυτό το παράξενο φωτεινό ον. Ή  ακόμα ο αυχένας του να κάνει αυτή την απλή κίνηση προς τα πάνω.
    «Μη φοβάσαι,  έχεις πιεστεί, δουλεύεις πολύ ε;» του είπε η Έμμα.
Ο γιατρός την κοίταξε ευθέως για πρώτη φορά σήμερα. «Δεν είμαι καλά Έμμα. Δεν είμαι καθόλου καλά» είπε έπειτα από μια αρκετά μακρά σιωπή. «Πίσω από αυτή τη μάσκα του γιατρού έχω κρυφτεί εδώ και καιρό τώρα. Που είναι ο εαυτός μου; Σε ποιανού ασθενή το στόμα τον έχω ξεχάσει; Η ζωή που ονειρευόμουν ήταν κοντά στη φύση, σε ένα χωριό. Ήθελα να γίνω μελισσοκόμος. Το περίμενες από μένα; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τυχαίο είναι το πώς έφτασα να γίνω οδοντίατρος.»
«Να σου πω κάτι; Μου έχεις σώσει πολλά δόντια. Άρα δεν είναι και τόσο τυχαίο. Απλά έχεις μάλλον καιρό να κάνεις ένα καλό διάλειμα ε;» του είπε.
«Έχω πάνω από τέσσερα χρόνια να πάω διακοπές έστω και για λίγο. Ξέρεις, νόμιζα ότι έχω τις ίδιες αντοχές που είχα παλιά αλλά προφανώς δεν είναι έτσι. Το βράδυ με απορροφάει η τηλεόραση και κοιμάμαι. Έχω γίνει ένα δουλευταράδικο ρομπότ, Έμμα. Μια προέκταση της οδοντιατρικής καρέκλας. Διεκπεραιώνω. Αλλά να, τώρα που έχουν αρχίσει και τρίζουν τα γρανάζια μου. Έχω χάσει το δρόμο μου Έμμα.»
   Ήθελε να της πει πολλά ακόμα. Να της ζητήσει ειλικρινά συγνώμη και να επανορθώσει για το δόντι της που το είχε αφήσει στη μέση σε μια άσχημη κατάσταση. Και αυτή ήθελε να του πει. Να του πει να μην ανησυχεί. Να πάρει μια άδεια από όλα. Να τον βοηθήσει κάπως. Εκείνη τη στιγμή όμως συνέβη κάτι που πολλοί θα αποκαλούσαν αλατοπίπερο της ζωής ή από μηχανής θεό ή θεία τύχη ή οιωνό ή ποιος ξέρει τί άλλο. Ένα ζζζζ έκανε αχρείαστες τις κουβέντες, τις εξηγήσεις και τις σκέψεις. Ένα παιχνιδιάρικο αποφασιστικό ζζζζζ. Ένα μοναχικό μελισσάκι έκανε τη βόλτα του μέσα στο βράδυ, εκεί ανάμεσά τους. Ποιος ξέρει τι δουλειά έιχε εκεί. Ίσως ήταν ένας κηφήνας που τον είχαν κλείσει έξω από το σπίτι οι σκληρές θηλυκές, όπως συνηθίζουν τέτοια εποχή είτε μια μπερδεμένη από τις ανώμαλες φθινοπωρινές ζέστες εργάτρια που έχασε το δρόμο της και βρέθηκε εκεί. Εκει, στην ταράτσα έμειναν να γελάνε δυο άνθρωποι και μια μέλισσα μπροστά στην πανσέληνο. Από εκείνη την πανσέληνο και έπειτα η Έμμα δεν ξέμεινε ποτέ από μέλι και ο γιατρός δεν έχασε ούτε μια πανσέληνο από όσες ακολούθησαν.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Ανακοίνωση

Στην πόλη και ο αργός και ο γρήγορος στα ίδια φανάρια συναντιούνται.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Ωδή στο ρόδι

  Ρόδι...
 Το διαμαντόκουτο του Φθινοπώρου. Σε κάθε πορφυρό διαμαντάκι οι θεοί των εποχών αποθηκεύουν το πολύτιμο νέκταρ που μάζευαν όλο το καλοκαίρι από τη χαρά που προκαλεί ο ήλιος στα μυρμηγκάκια και τα σκουλικάκια της γης.
 Ρόδι, η βασίλισσα των φρούτων με το πανέμορφο στέμμα της, ροδαλή και ξαναμμένη.
 Τα άνθη του ροδιού, τα έντονα πορτοκαλί μικροσκοπικά μπουμπούκια με κεφάλι ένα αστέρι, καθένα τους ένας ήρωας παιδικού παραμυθιού.
   Ρόδι, η καρδιά ενός υπέροχου ανθρώπου.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Daydreams

  Όνειρα είναι αυτό το είδος επιθυμίας που όσο το πλησιάζεις για να το πραγματοποιήσεις μπορεί να μεταμορφώσει την καθημερινότητά σου σε μια πτήση στα σύννεφα ενώ όσο το αποφεύγεις και το αγνοείς τότε θα το σέρνεις πάντα πίσω σου σαν κωλόχαρτο που κόλλησε στο παππούτσι σου και σε κάνει να βρωμάς σκατά. 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Περιμένωντάς την


      Ο άντρας ακούμπησε τη ζακέτα του στο κάθισμα και έβγαλε έναν μακρόσυρτο ήχο που πρέπει να ήταν ανακούφιση. Δεν άνοιξε το μεγάλο φως του σαλονιού, μόνο το πορτατίφ, που δίνει στο σπίτι μια κομψή και ζεστή ατμόσφαιρα. Παραμέρισε τις χοντρές λινές κουρτίνες και βγήκε στο μπαλκόνι. Το φθινόπωρο είχε αρχίσει να γίνεται η αγαπημένη του εποχή τα τελευταία χρόνια, κυρίως γιατί είναι σαν καλοκαίρι με φυσικό air-condition (ατάκα που κάθε χρόνο τέτοιο καιρό έλεγε στις κουβέντες με φίλους, όπως και την άλλη: "Ο Σεπτέμβρης είναι ο νέος Αύγουστος"). Το φως της πανσελήνου ήταν τόσο δυνατό που του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει ότι δεν ερχόταν από κάποιο προβολέα. Ο ίδιος, στο φώς της έμοιαζε χλωμός και μυστηριώδης, ενώ δεν ήταν. Το ίδιο και η πόλη που ήταν ασυνήθιστα ήσυχη. Λες και κάποιος είχε χαμηλώσει το volume. Αγαπούσε την ησυχία και σκέφτηκε να την απολάυσει όσο είναι καιρός. Γιατί σε λίγο θα ερχόταν εκείνη.
    «Θα άρχισει πάλι την εξονυχιστική έρευνα σχετικά με το τι έκανα σήμερα» σχεδόν ψέλλισε στον εαυτό του. Και αυτή η έρευνα δεν θα τον πείραζε αν δεν ήταν τόσο ανάγλυφη αυτή η εμμονή της να περνάνε όλα από τον έλεγχό της, σαν σκάνερ.
    «Τhis woman drives me crazy» είπε, αυτή φορά μεγαλόφωνα. Πόσο του άρεσε να μιλάει στον εαυτό του στα αγγλικά, σαν μπάτλερ, και πόσο του είχε λείψει. Όταν ήταν εργένης, μίλαγε στον εαυτό του με τις ώρες. Ασυναρτησίες. Στα αγγλικά συνήθως αλλά και στα ελληνικά. Έπλεκε ολόκληρους διαλόγους με αρκετές δόσεις χιούμορ, αυτό το αγαπημένο του χιούμορ που το εκτιμούσε περισσότερο από τον καθένα και συχνά ξέσπαγε σε πνιχτά συνομωτικά γέλια σαν άτακτος μαθητής (για να μην ακούγεται από τους λεπτούς τοίχους του διαμερίσματος).
    Και όλα αυτά συνήθως ενώ καθάριζε κρεμμύδια για να φτιάξει την αγαπημένη του κρεμμυδόσουπα. Που μόνο σ’ αυτόν άρεσε όπως την έφτιαχνε. Ήταν απόλαυση ακόμα και τα κρεμμυδοδάκρυα, δεν τ' άφηνε χαμένα. Σκάρωνε μικρά αυτοσχεδιαστικά μονόπρακτα, με δραματικά φινάλε “after all these years, is that how you say 'thank you'? After all I've done for you?” και μετά το καθάρισμα υποκλινόταν στο φανταστικό κοινό του.
     Ήταν πραγματικά χαλαρωτική όλη αυτή η διαδικασία, ειδικά μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Και όταν έκλεινε τα ματια της κουζίνας, τραγουδούσε ρολινκ στόουνς με λάθος στίχους. Μετά, με σβέλτες και προγραμματισμένες κινήσεις, θα έβαζε να δει στην τηλεόραση την αγαπημένη του σειρά  που φρόντιζε να την προλαβαίνει πάση θυσία στην αρχή και δεν σήκωνε ούτε τηλέφωνα. Προτιμούσε επίσης να τρώει κατευθείαν από την κατσαρόλα, για να μην πλένει πιάτα και γιατί έφτιαχνε λίγη, μόνο γι αυτόν και γιατί το φαί έτσι έμενε ζεστό. Και γιατί ένιωθε σαν άγριο ζώο και αυτό το γούσταρε. 
    Τις Δευτέρες το βράδυ θα έτρωγε φρούτα ή κάστανα με κλειστά τα φώτα για να ακούει ραδιοφωνικό θέατρο. Θα ένιωθε τις τρίχες των χεριών του να σηκώνονται πλάθοντας τόσο πετυχημένα τις εικόνες που άκουγε. Τόσο καλοσκηνοθετημένα και με ζωντανά χρώματα και υπερταλαντούχους ηθοποιούς. Και όλα αυτά γυμνός. Απόλυτα γυμνός, σαν γάτος.
    Πόσες συνήθειες του, άφησε στην άκρη, μικρές χαζές αλλά αγαπημένες συνήθειες. Όχι ότι τώρα δεν μπορούσε να τις πραγματοποίησει αν ήθελε, απλά δεν θα ήταν το ίδιο. Τώρα σπάνια περνούσε τέτοιες στιγμές - αν ήταν τυυχερός 1 φορά το μήνα - και αυτές κρατούσαν λίγο και δεν τις απολάμβανε τόσο γιατί πάντα είχε το νου του στην πόρτα, που θα μπορούσε να ανοίξει οποιαδήποτε στιγμή. Τις υπολόγιζε αυτές τις στιγμές, τις σύντομες στιγμές μοναξιάς και ησυχίας, τις προετοίμαζε, τις προκαλούσε όσο ήταν δυνατό και όταν έρχονταν τις ρουφούσε σαν παράνομο τσιγάρο.
     Και τώρα ήταν μια από αυτές τις στιγμές, μα θα κρατούσε λίγο. Από λεπτό σε λεπτό οι τοίχοι θα αντανακλούσαν και πάλι την αυταρχικη φωνή της, λες και έψαχναν να τη φορτώσουν ο ένας στον άλλο. Ο χώρος θα γέμιζε πάλι από το ερωτηματικό βλέμμα της, το παραπονιάρικο, το νευριασμένο, το ξενερωμένο, το κουρασμένο, το νυσταγμένο, το αγαπησιάρικο, το γελαστό ή το βεβιασμένα χαρούμενο βλέμμα της (όταν τα μήλα πίεζαν με κόπο τα μάτια για να μοιάσουν χαμογελαστά μα εκείνα φαίνονταν σαν φυλακισμένα ψάρια). Συνήθως το ερωτηματικό βλέμμα της.
    Είναι όμως και τόσο καλόκαρδη και ξεχωριστή. Χάρουμενος και αγαπησιάρης άνθρωπος. Δοτικός άνθρωπος. «Πολύ πιο δοτικός από μένα» πάλι μεγαλόφωνα. Η αλήθεια είναι ότι του έλειπε όταν ήταν στη δουλειά, ακόμα και τώρα, αυτές τις όμορφες στιγμές μοναξιάς. Του έλειπε η συντροφιά της, η ζεστή, τρυφερή και ναζιάρα, η μυρίζουσα πεπόνι ύπαρξη. Και, ας είμαστε ρεαλιστές, πριν την γνωρίσει, η μοναξιά μπορεί να είχε το σιρόπι της ελευθερίας αλλά εκείνες τις ανυπόφορες στιγμές που - η ίδια αυτή η μοναξιά - του τρύπαγε το μεδούλι σαν το χειμωνιάτικο κρύο και τα βήματά του στις βραδυνές βόλτες αντηχούσαν εκκωφαντικά μόνα στην σιωπή της πόλης; όχι αυτές τις στιγμές δεν τις πεθύμησε καθόλου.
     Απλά ώρες ώρες αυτή η γυναίκα δε έμοιαζε καθόλου με τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί. Εκείνη την παθιάρα, δυναμική σαν αγριόγατα γυναίκα. Που ποτέ δεν ήξερες αν θα σου κάνει τη χάρη να σε δει, αν θα χωρούσες λίγο στο πρόγραμμά της. Που ένιωθες πάντα ότι βρισκόταν σε ένα ψηλό πάλκο και εσύ από κάτω να την κοιτάς σαν χαμένος, «ακόμα και όταν βγαίναμε για ένα ποτό» μονολόγησε. Αυτό το δέος που του προκαλούσε, αυτό ερωτεύτηκε. Τώρα το πάλκο φαγώθηκε από την καθημερινότητα, τη σιγουρια, τη βεβαιότητα ότι θα είναι εκεί, σπίτι. 
     Τις ανασφάλειες, όλες τις ανασφάλειες που μπήκαν σαν κατσαρίδες στο σπίτι μαζί με τις βαλίτσες της. Που πήγε αυτή η δυνατή, η όλο μυστήριο γυναίκα; Και γιατί στη θέση της μπήκε μια γυναίκα επικριτική; Που τίποτα δεν την ευχαριστεί και τον μαλώνει και αυτός νιώθει ξανά και ξανά σαν σκύλος που κατούρησε στο χαλί του σαλονιού. Στην αρχή εκείνος απολάμβανε λίγο το μάλωμα. Δεν ήξερε γιατί, απλα το απολάμβανε, τον ιντρίγκαρε και το προκαλούσε καμιά φορά. Όμως τελευταία είχε παρατηρήσει ότι η φωνή της σε σε δυνατές εντάσεις ήταν στριγκή και σχεδόν κωμική σαν του πεινασμένου γλάρου. Πολύ δύσκολο να τη συνηθήσει κανείς.
«Κι ας με λέει μωρό της»
Αυτό τουλάχιστο του άρεσε. Όχι όμως το «ρε αγάπη».. το ρε με το αγάπη του φαινόταν οξύμωρο να είναι στην ίδια πρόταση.
Ξεκλείδωμα και άνοιγμα πόρτας έσπασε τις σκέψεις και αυτές σκόρπισαν στο πάτωμα και σαν μπίλιες κρύφτηκαν κάτω από τα στοργικά έπιπλα.
«Μωρό μου. Άργησα ε; Πεινάω  πολύ. Έφαγες; Πες μου ότι δεν έφαγες, να φάμε μαζί.»
«Δεν έφαγα, τσίμπησα έξω πιο πριν όμως. Δεν πεινάω τώρα»
«Αχ γιατι ρε αγάπη; Έλα φάε λίγο να μου κάνεις παρέα».
«Το βλέμμα το παραπονιάρικο» σκέφτηκε αυτός. Της χαμογέλασε. Την αγκάλιασε και της ψιθυρισε.
«Κάθησε εσύ, μωρό μου. Θα βάλω εγώ φαγητό.»

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ημιθέλοντας

  
  Η ημιθέληση είναι η χαρά του ανασφαλή. Η ψευτοάνετη μάσκα του, η ψευδής ηρεμία του, ο ψευτοβουδισμός του με τις μαδημένες επιθυμίες που είναι ακόμα εκεί σε μια ελώδη γωνιά, ζέχνουν μουχλίλα. Ο μυς της θέλησης κρέμεται ατροφικός και γλιτσερός μέσα στην κοιλιά του, σαν πολυκαιρισμένο ζαμπόν.
   Το δεν έχω πρόβλημα μπορώ έτσι, μπορώ και αλλιώς, αλλά δεν μου κάνει τόσο το ένα ούτε τόσο το άλλο, αλλά και όλα. Ενθουσιάζεται εύκολα αλλά του φεύγει γρήγορα. Και δεν ξέρει. Ίσως μπορεί και θα δούμε. Γιατί όχι; Πάμε και βλέπουμε. Να κάνουμε και τα δύο γιατί θέλουμε και τα δύο. Ή και τα τρία. Από λίγο. Και ας χάσουμε σε βάθος. Μετά πάλι θα το μετανιώσουμε με αυτή την αβέβαιη την καημένη φωνή. Την τόσο συμπαθητική και σιχαμένη. Δύο δειλά βήματα μπρος, τρία πίσω. Τρία χεσμένα μπρος, πέντε βιαστικά πίσω και πάλι πλάγια, εκεί είναι σίγουρα. Αργά και βασανιστικά. Αιώνια σχεδόν.

Παλιότερα ποστς

Ελαφρώς πικρή και πιπεράτη

  Είμαι πάλι εδώ, στον προσωπικό μου ναό, την μικρή σοκολατερί. Ή μέρα σκοτεινή, όπως πρέπει κι ας μύρισαν οι πρώτοι λεμονανθοί. Ή σοκο...